Γνωσιολογικές διαπιστώσεις από τον πιο Αδύναμο Κρίκο μετά τα πρώτα 100 επεισόδια

Ο παρουσιαστής του τηλεπαιχνιδιού Αδύναμος Κρίκος, Τάσος Τρύφωνος

Του Παναγιώτη Περσιάνη  

Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προσδοκίες και οι φιλοδοξίες της διοίκησης του ΡΙΚ όταν αποφάσισε πριν πέντε μήνες να αρχίσει να προβάλλει κάθε βράδυ στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης το πρόγραμμα του Αδύναμου Κρίκου και πώς νιώθει σήμερα γι’ αυτό ύστερα από συμπλήρωση εκατόν και πλέον «επεισοδίων». 

Ανεξάρτητα ωστόσο από το πώς νιώθει, πιστεύω πως, μετά τη συμπλήρωση του 100ού επεισοδίου την Παρασκευή 23 Φεβρ., όπως ανέφερε κατά τη διάρκειά του ο παρουσιαστής του προγράμματος, πρέπει να προχωρήσει σε μια εις βάθος αξιολόγησή του για να εξετάσει κατά πόσο αυτό επιτυγχάνει τους στόχους τούς οποίους έθεσε από την αρχή.

Στην αξιολόγηση που θα γίνει θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι βασικές αδυναμίες που διαπιστώθηκαν. Οι πιο σημαντικές, νομίζω ήταν οι εξής:

α) η μεγάλη αδυναμία της μεγάλης πλειοψηφίας των μέχρι σήμερα συμμετασχόντων να απαντήσουν σωστά (μερικές φορές τελειώνουν οι δέκα ερωτήσεις του τελευταίου γύρου χωρίς καμιά σωστή απάντηση, ο παρουσιαστής ανέφερε στο τέλος του 102ου προγράμματος ότι το συγκεντρωθέν ποσό ήταν το χαμηλότερο όλων των προηγούμενων, άρα η κατάσταση χειροτερεύει αντί να διορθώνεται

β) ένας από τους συμμετασχόντες την προηγούμενη μέρα ανέφερε ότι ήλθε για πλάκα

γ) μέρη του οπτικογραφημένου προγράμματος με χτυπητά λανθασμένες απαντήσεις αξιοποιούνται για σάτιρα σε nightshow στη Λευκωσία και

δ) ο παρουσιαστής χαρακτηρίζει συχνά τους συμμετέχοντες με φράσεις όπως «είστε κούτσουρα, είστε ξύλα απελέκητα, είστε κίττοι, δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους τυφλούς από τους μονόφθαλμους».

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις πρέπει να αποφασιστεί αν μπορεί να βελτιωθεί ως πρόγραμμα γνώσεων, όπως πρωτοχαρακτηρίστηκε ή αν θα μετατραπεί σε κάτι άλλο.

Για σκοπούς βελτίωσης αυτό που κυρίως πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η πολύ σημαντική γνωσιολογική διαπίστωση ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετασχόντων ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που αποκτούν τις γνώσεις τους από καθημερινές εμπειρίες και όχι από συστηματική ενημέρωση για τα τρέχοντα θέματα, μελέτη από βιβλία, παρακολούθηση διαλέξεων ή συμμετοχή στα πολιτισμικά δρώμενα.

Απόδειξη τούτου είναι ότι οι συνηθισμένες δικαιολογίες που προβάλλουν οι αποτυγχάνοντες για την άγνοιά τους είναι είτε ότι δεν ταξίδευσαν στα μέρη που ρωτήθηκαν (στην Οττάβα, για παράδειγμα, που απάντησαν ότι είναι στην Ιορδανία ή στο Λούβρο που απάντησαν ότι είναι στη Σιβηρία) είτε ότι ήταν αγέννητοι όταν έγινε το σχετικό γεγονός. Μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις  βλέπουν να μαθαίνει κανείς.

Μια άλλη απόδειξη είναι στις ερωτήσεις που τους δίνονται δυο απαντήσεις και καλούνται να επιλέξουν τη μία, πολύ συχνά απαντούν «το πρώτο» ή «το δεύτερο» αντί την ίδια την απάντηση, γιατί πρώτη φορά ακούνε τις λέξεις και δεν είναι βέβαιοι αν τις άκουσαν σωστά. Για τον ίδιο λόγο οι άντρες απαντούν σωστά κυρίως στις ερωτήσεις που αφορούν στο ποδόσφαιρο και οι γυναίκες στις ερωτήσεις που αφορούν σε φαγητά και αρώματα.

Το φαινόμενο αυτό έδειξε, νομίζω, πρώτα, ότι η κουλτούρα και τα πολιτιστικά και μορφωτικά δεδομένα της Κύπρου δυσκολεύονται να στηρίξουν το πρόγραμμα και δεύτερο, την αδυναμία της εκπαίδευσης όχι μόνο να δώσει στους νέους τις σχετικές γνώσεις αλλά και να τους δημιουργήσει το ενδιαφέρον να θέλουν να μάθουν.

Ταυτόχρονα έδειξε και την αδυναμία των ΜΜΕ όχι μόνο να πληρώσουν αυτό το κενό με τα δικά τους μορφωτικά και πολιτισμικά προγράμματα, παρόλο τον όγκο τέτοιων προγραμμάτων που προσφέρουν, αλλά και να δώσουν το μήνυμα στους τηλεθεατές/ ακροατές τους ότι υπάρχουν αυτά τα προγράμματα και ότι μπορούν να τα αξιοποιήσουν ως μια εναλλακτική δυνατότητα μόρφωσης ή συμπλήρωσης της μόρφωσής τους.

Μπροστά σ’ αυτή τη διαπίστωση η δημόσια ραδιοτηλεόραση δεν μπορεί να σηκώσει τους ώμους. Εφόσον βοήθησε με την προβολή του προγράμματος αυτού να αποκαλυφθεί τόσον ανάγλυφα αυτή η αδυναμία, πρέπει να αναζητήσει τρόπους κάποιας έστω αντιμετώπισης του πολιτιστικού και μορφωτικού αυτού ελλείμματος.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να αποφασίσει είναι αν η βελτίωση μπορεί να γίνει μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος ή όχι. Ξέρω ότι ο Αδύναμος Κρίκος είναι ένα ξένο πρόγραμμα με καθορισμένους από την αρχή αμετάβλητους κανονισμούς και πως το ΡΙΚ όχι μόνο δεν μπορεί να εισαγάγει αλλαγές αλλά κλήθηκε από την αρχή να υπογράψει ότι θα υιοθετήσει τους κανονισμούς αυτούς αλλά και να δεχτεί έλεγχο των εγκαταστάσεων και των ανθρώπων που θα το αναλάβουν για να βεβαιωθούν ότι αυτοί πληρούν τις σχετικές προδιαγραφές.

Δεν ξέρω αν αυτό σημαίνει πλήρη αδυναμία εισαγωγής αλλαγών, έστω και σιωπηρών, όπως αυτές που έγιναν στις λίγες περιπτώσεις που η ομάδα ήταν ομοιογενής(όλοι δημοσιογράφοι, αθλητές, ποδοσφαιριστές) στις οποίες η μεγάλη πλειοψηφία των ερωτήσεων περιστρεφόταν γύρω από το θέμα που είχε σχέση με την απασχόληση των μελών της οκτάδας.

Αν αυτή η αλλαγή επιτρέπεται, τότε μπορεί να ορίζονται εκ των προτέρων ορισμένα θέματα, να γνωστοποιούνται και να παρέχεται χρόνος στο κοινό να προετοιμάζεται και να δηλώνει συμμετοχή στο θέμα της επιλογής τους. Αυτό θα έχει τα εξής πλεονεκτήματα:

α) θα δώσει κίνητρα για μελέτη και επιμόρφωση σε όσους θέλουν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα,

β) το πρόγραμμα θα αποκτήσει ενδιαφέρον και αποτελεσματικότητα, γιατί θα μπορούν να υποβάλλονται ερωτήσεις για ουσιαστικά θέματα και όχι για απλές πληροφορίες (πότε έγινε κάτι, πού έγινε κ.λπ) και μάλιστα δοσμένες με ερωτήσεις και απαντήσεις των πενήντα- πενήντα και

γ) θα ωφεληθεί μορφωτικά πολύ περισσότερο το ακροατήριο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *