Η 9η Ιουλίου 1821 και ο Βασίλης Μιχαηλίδης

Του ΖΑΝΝΕΤΟΥ ΤΟΦΑΛΛΗ

Στις 9 Ιουλίου φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από τον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και άλλων Κυπρίων επισκόπων από τον Τούρκο κατακτητή. Ήταν η πρώτη θυσία Κυπρίων για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά της μαρτυρικής Κύπρου από τη μακρόχρονη τούρκικη σκλαβιά. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης έγραψε το βαθυστόχαστο ποίημα «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» που έγινε ο εθνικός, θα ’λεγα, ύμνος της Κύπρου και η ηρωική αντίσταση του λαού μας ενάντια στη δουλεία.

Αλλά ας δούμε πρώτα για τον δημιουργό αυτού του έπους. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης ο εθνικός ποιητής-σύμβολο της Κύπρου, γεννήθηκε στο Λευκόνοικο της Μεσαορίας με τη χρονιά γέννησής του να είναι ανακριβής μιας ούτε και ο ίδιος γνώριζε πότε ακριβώς γεννήθηκε. Οι πηγές την τοποθετούν από το 1849 έως το 1853. Ήταν γιος του Χατζή Μιχαήλ Χαραλάμπους και της Αννέττας από το Δάλι, ενώ το Μιχαηλίδης ήταν επώνυμο που υιοθέτησε μετά ο ίδιος ο ποιητής.

Όταν ορφάνεψε, με τον θάνατο της μητέρας του, ο πατέρας του τον στέλνει στο Δάλι κοντά στον θείο του, Χρύσανθο Παπαοικονόμου, που ήταν ιερέας και δάσκαλος. Ο Μιχαηλίδης μαθαίνει κοντά του γράμματα και σύντομα αποκαλύπτεται το χάρισμά του στις τέχνες, όντας επηρεασμένος από τον πατέρα του που ήταν τραγουδιστής, αλλά και από τον θείο του που ήταν ποιητάρης και ζωγράφος. Ο ίδιος αργότερα μυείται στην αγιογραφία για χάρη της οποίας μετακινείται από το Δάλι στη Λευκωσία μαθητεύοντας κοντά στον συγγενή του Κυπριανό Οικονομίδη, ο οποίος ήταν διάκος και καθηγητής στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας ενώ αργότερα διετέλεσε επίσκοπος Κιτίου. Η πορεία του ως αγιογράφος δεν ήταν ιδιαίτερα καλή και έτσι η μετακίνηση του θείου του στη Λάρνακα ώθησε και τον Βασίλη Μιχαηλίδη σ’ αυτή την πόλη όπου ήταν η πιο εξελιγμένη από όλες τις κυπριακές πόλεις και έφτανε τα πρότυπα ευρωπαϊκών πόλεων στον τομέα των τεχνών.

Το ταλέντο του αρχίζει να αναδύεται και η ποίηση αρχίζει να τον κερδίζει κυρίως λόγω επιρροών από λόγιους της περιοχής. Το 1873 δημοσιεύει για πρώτη φορά έμμετρα κείμενα στον «Πυθαγόρα» της Σμύρνης. Τα κείμενα φανερώνουν ένα συνονθύλευμα γλωσσικών ιδιωμάτων συνδυάζοντας άλλοτε καθαρεύουσα, άλλοτε δημοτική ενώ σε κάποιες περιπτώσεις κυπριακή διάλεκτο. Υπήρχε, δηλαδή, μια γλωσσική αστάθεια στο γράψιμο του Μιχαηλίδη πράγμα που δεν τον εμπόδισε παρά ταύτα να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στους λόγιους της εποχής.

Με την καλλιτεχνική κλίση που διέθετε, ο Μιχαηλίδης έφυγε το 1875 για σπουδές ζωγραφικής στη Νάπολη της Ιταλίας όπου, σύμφωνα με πηγές, λίγα κατάφερε. Δεν πέτυχε να στεριώσει ως ζωγράφος, πιθανώς, λόγω της μη γνώσης της ιταλικής, των πενιχρών οικονομικών του πόρων αλλά και της έλλειψης δεξιοτεχνίας στην τέχνη της ζωγραφικής. Το 1877 ως γνήσιος πατριώτης λαμβάνει μέρος στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους ενώ ένα χρόνο αργότερα επιστρέφει στην Κύπρο.

Επιστρέφοντας, πλέον ζει σε πενιχρές συνθήκες: Αμόρφωτος, άστεγος αλλά και χωρίς χρήματα, περιπλανώμενος στη Λεμεσό μακριά από τους στενούς του κύκλους σε Λευκωσία και Λάρνακα.

Πηγή έμπνευσης η Λεμεσός

Η μητρόπολη Λεμεσού του παρέχει στέγη και περίθαλψη ενώ μέχρι το 1884 εργάστηκε ως υπάλληλος στη φαρμακευτική του Δημοτικού Νοσοκομείου Λεμεσού ενώ στα μετέπειτα χρόνια δούλεψε ως επιστάτης του νοσοκομείου. Η οικονομική του κατάσταση δεν βελτιώθηκε παρά τα συναπτά έτη εργασίας στον δήμο, ενώ ούτε παντρεύτηκε ποτέ. Λέγεται ότι έζησε έναν μεγάλο και αποτυχημένο έρωτα με κοπέλα προερχόμενη από αριστοκρατική τάξη. Πεθαίνει στη Λεμεσό σε φτωχοκομείο, νηστικός, φτωχός και καταφρονεμένος. Η Πολιτεία, καμιά βοήθεια δεν του πρόσφερε όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους λογίους και πνευματικούς δημιουργούς. Τους θυμάται μόνον όταν αναγνωριστούν αργότερα από ξένους!

Η Λεμεσός απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τον σπουδαίο αυτό ποιητή. Το 1882 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η Ασθενής Λύρα». Το 1888 ανεπιτυχώς εξέδωσε δική του εφημερίδα, τον «Διάβολο» που μέτρησε μόνο μερικούς μήνες ζωής. Τα μεγάλα επικά του αριστουργήματα, την «Ανεράδα», την «Χιώτισσα» και φυσικά την «9η Ιουλίου» τα έγραψε λίγα χρόνια αργότερα. Στη νέα ποιητική συλλογή που εκδίδει το 1911 με την επωνυμία Ποιήματα, περιλαμβάνει τα δύο μακροσκελή ποιήματα, την 9η Ιουλίου και την Χιώτισσα.

Μπορούμε να πούμε ότι ο Μιχαηλίδης βρίσκει τον ποιητικό του δρόμο όταν αρχίζει να ασχολείται με ποιήματα γραμμένα στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα της Κύπρου, ποιήματα προοδευτικά και άρτια για τα δεδομένα της εποχής στην Κύπρο.

Η υγεία του Βασίλη Μιχαηλίδη κλονίστηκε ιδιαίτερα μετά το 1904 αφού έπασχε από ρευματισμούς, ενώ ο αλκοολισμός τον είχε καταποντίσει. Το τελευταίο μάλιστα τού στοίχισε την δουλειά του αφού απολύθηκε από το νοσοκομείο το 1910. Ο σπουδαίος ποιητής παρέμεινε πιστός στο ποιητικό του καθήκον γράφοντας ποιήματα μέχρι την υστάτη. Πέθανε άδοξα, μόνος και φτωχός σε πτωχοκομείο της Λεμεσού στις 8 Δεκεμβρίου του 1917.

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης άφησε στους απογόνους του σπουδαία ποιητική παρακαταθήκη η οποία τον ανέδειξε σε εθνικό ποιητή της Κύπρου.

Αναφορές ξένων για την 9η Ιουλίου

Ο Άγγλος περιηγητής John Carne είχε γνωρίσει τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό – ο τελευταίος αναφέρεται να του είπε τα εξής: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν».

Ο Γάλλος πρέσβης Jérôme Méchain, είχε γράψει τα ακόλουθα – παράλληλα έστελνε αναφορές για τις βιαιότητες των Τούρκων: Η νήσος της Κύπρου… ήσυχος και ειρηνική… εάν την άφηνον ανενόχλητον ευρίσκεται σήμερον εις κυκεώνα από της ημέρας της αφίξεως μεγάλου αριθμού στρατευμάτων […] …ο Μουσελίμης καθίσταται μάλλον και μάλλον θηριώδης. Καθ’ εκάστην ημέραν απαγχονίζει, στραγγαλίζει ή κατακρεουργεί εις Λευκωσίαν δυστυχείς ανθρώπους […]

Κατά τον Μπέργκρεν (από τη Σουηδία), «η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν πιτσιλισμένα με αίμα».

«Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!»

«Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» είναι το γνωστότερο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη. Αναφέρεται στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού στις 9 Ιουλίου 1821 και γράφτηκε στην κυπριακή διάλεκτο. Το ποίημα φαίνεται να γράφτηκε την περίοδο 1884-1895 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1911. Το ποίημα χωρίζεται σε 24 ραψωδίες και έχει 560 δεκαπεντασύλλαβους στίχους.

Στις αρχές του 19ου αιώνα στην Κύπρο επικρατεί Τουρκοκρατία. Το 1804, οι Κύπριοι οδηγούνται σε επανάσταση, η οποία τελειώνει με αποτυχία και με την καρατόμηση του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, το 1809 – ένα χρόνο αργότερα, τη θέση του παίρνει ο Κυπριανός.

Η ημερομηνία μύησης του Κυπριανού στη Φιλική Εταιρεία παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, το 1820, φιλοξενεί τον Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο και τού υπόσχεται οικονομική βοήθεια για την επανάσταση των Ελλήνων. Αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Αντώνιος Πελοπίδας (υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη), στάλθηκε να παραλάβει την εισφορά του Αρχιεπισκόπου.

Η Φιλική Εταιρεία αποφάσισε να μην εμπλακεί η Κύπρος σε ένοπλο αγώνα, καθώς ήταν επικίνδυνη η γεωγραφική της θέση, αλλά να περιοριστεί στην υλική βοήθεια.  Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, ο Τούρκος σουλτάνος διέταξε τον αφοπλισμό των Κυπρίων – κάτι που έγινε χωρίς αντίσταση. Ο Κυπριανός προσπάθησε να πείσει τους Κύπριους να υπακούσουν (κάτι παρόμοιο έκανε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’) και διαβεβαίωσε τον Τούρκο κυβερνήτη, Κιουτσούκ Μεχμέτ, για την υπακοή των Ελλήνων.

Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς διένειμε προκηρύξεις στη Λάρνακα, με σκοπό να ξεσηκώσει σε αγώνα τους Έλληνες της Κύπρου – κάτι που έχει καταγγελθεί από τον Τούρκο κυβερνήτη στην Υψηλή Πύλη. Ο σουλτάνος επέτρεψε στον Κιουτσούκ να συλλάβει, να δημεύσει την περιουσία και να εκτελέσει αυτούς που συμμετείχαν σ’ αυτό το κίνημα.

Στις 9 Ιουλίου (ημέρα Σάββατο), πρώτοι σκοτώθηκαν ο Κυπριανός και οι μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κηρυνείας – αργότερα, στην Κύπρο έφθασαν 4.000 στρατιώτες από την Αίγυπτο, οι οποίοι τρομοκράτησαν τον πληθυσμό της Κύπρου. Τα λείψανα τους έχουν δοθεί την 10η Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, σε ομάδα από ιερείς, οι οποίοι τα έθαψαν στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης (Λευκωσία) – αργότερα, εκεί κτίστηκε Μαυσωλείο, όπου φυλάγονται μέχρι σήμερα τα οστά.

Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ως τις 14 Ιουλίου και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 470 ή 486 ανθρώπων – 36 Κύπριοι εξισλαμίστηκαν (αν και μερικοί απ’ αυτούς επανήλθαν στη χριστιανική πίστη) και κατάφεραν να γλιτώσουν τον θάνατο.

Οι στίχοι παρακάτω δείχνουν τη θαρραλέα απάντηση στον βάρβαρο κατακτητή-

«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,

κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,

κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!

Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,

κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην τρώει την γην θαρκέται,

μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται».

* Καθηγητής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *