Η Άγκυρα αντιμετωπίζει ενιαία τον ελληνισμό, Αθήνα και Λευκωσία διαχρονικά λειτουργούν με διαφορετικές ατζέντες

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης σε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου EU-Arab World Sumit: “A Strategic Partnership”, στο Μέγαρο Μαξίμου, Αθήνα, Ελλάδα

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η Τουρκία έκπαλαι αντιμετώπιζε τον Ελληνισμό ενιαία. Ελλάδα και Κύπρος εντάσσονταν στους ίδιους επεκτατικούς, ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς της Άγκυρας. Στην αντίπερα όχθη, ο Ελληνισμός δεν λειτουργεί πάντοτε ενιαία για την αποτροπή των τουρκικών σχεδίων. Οι σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας, και κατ’ επέκταση η συνεργασία ανάμεσα στις ( εκάστοτε) δυο κυβερνήσεις, έχουν διαχρονικά περάσει από διάφορες φάσεις. Διαφορετικές προσεγγίσεις, διαφορετικές προτεραιότητες, πολιτικές και προσωπικές ατζέντες, αλλά και συμφέροντα έχουν καθορίσει εν πολλοίς τις σχέσεις αυτές. Είναι προφανές πως παρά τις διαφορετικές πολιτικές, που είναι αποτέλεσμα και της μη διαμόρφωσης μιας ενιαίας στρατηγικής του Ελληνισμού, στα μεγάλα θέματα και στην αντιμετώπιση κρίσεων, υπήρξε σε κάποιες, πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, ενεργοποίηση αντανακλαστικών. Την ίδια ώρα, σε αρκετές των περιπτώσεων, υπήρξε απουσία κοινής στρατηγικής που ενδεχομένως να ήταν και πολιτική επιλογή που προέκυπτε ακριβώς από την έλλειψη συνειδητοποίησης των κινδύνων αλλά και των δυνατοτήτων που διαθέτει ο Ελληνισμός.

Η αλλαγή πλεύσης στα τέλη του 1950, η στροφή προς την Ανεξαρτησία, που ήταν αποτέλεσμα και των φοβικών συνδρόμων της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ έναντι της Τουρκίας αλλά και των Αμερικανών, ήταν και η αρχή του τέλους. Ο αγώνας για την Ένωση εγκαταλείφθηκε, κάτω από τις γνωστές συνθήκες, ενώ παράλληλα συντηρήθηκε στον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου η ιδέα, ο πόθος. Γιατί γινόταν αυτό; Για να γίνει εφικτό εκείνο, που είχαν καταστήσει με τους χειρισμούς τους ανέφικτο; Ή για να οδηγήσει σε αυτό που είχε επιλέξει η χούντα να κάνει με την Κύπρο; Να την καταστρέψει, δηλαδή.

  • Σημειώνεται συναφώς ότι ο πόθος των Ελλήνων της Κύπρου για ένωση ήταν αληθινός κι αυτό έτυχε εκμετάλλευσης.

Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ΄60, το Κυπριακό αντιμετωπιζόταν στα πλαίσια των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Με αυτό τον τρόπο αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα από Αθήνα και Άγκυρα, όπως και από τους Αμερικανούς. Το Κυπριακό βρέθηκε στη μέση του ψυχρού πολέμου και η προσπάθεια διατήρησης της ομαλότητας στο ΝΑΤΟ, η αποφυγή σύγκρουσης μεταξύ δυο συμμάχων, της Ελλάδος και της Τουρκίας, σε μια τόσο ιδιαιτέρως σημαντική περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος, προδιέγραψε την πορεία του. Είναι εδραιωμένη η αντίληψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν σχεδιάσει και την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Η διχοτόμηση της Κύπρου, θα απομάκρυνε τη σύγκρουση Ελλάδος-Τουρκίας και θα διατηρούσε τις ισορροπίες στο ΝΑΤΟ. Οι άνθρωποι της χούντας ήταν ευχαριστημένοι με ένα συνεταιρισμό με την Τουρκία στην Κύπρο.

Το τι έγινε το 1974 είναι γνωστό. Η χούντα των Αθηνών ανέτρεψε τον Μακάριο και άναψε το πράσινο φως στην Τουρκία για να εισβάλει στο νησί. Η κατάρρευση της χούντας, κάτω από το βάρος του εγκλήματος στην Κύπρο, οδήγησε στη μεταπολίτευση. Μετά από επτά χρόνια δικτατορίας, προτεραιότητα ήταν τα πρώτα βήματα ελευθερίας και δημοκρατίας. Και η Κύπρος; Η πρώτη απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν πως δεν μπορούσε να βοηθήσει στρατιωτικά. Ήταν σαφές, πάντως, πως ο πρώτος στόχος ήταν η εδραίωση της μεταπολίτευσης καθώς υπήρχε ακόμη φόβος για τις προθέσεις του στρατού.

Το Κυπριακό στη συνέχεια παρουσιάσθηκε ως «φορτίο» για τις εκάστοτε κυβερνήσεις των Αθηνών. Κι αυτό γιατί δεν υπήρξε ποτέ εις βάθος γνώση για τις προθέσεις της Τουρκίας.

  • Δεν φταίει προφανώς η Κύπρος επειδή κάνουν παραβιάσεις στο Αιγαίο οι Τούρκοι και αμφισβητούν την κυριαρχία νησιών, έχουν επεκτατικές βλέψεις κατά της Ελλάδος. Αυτή είναι η πολιτική της Τουρκίας διαχρονικά.

Το πόσο «πονοκέφαλος» θεωρείται το Κυπριακό φάνηκε και στο 2004, όταν στην Αθήνα το πολιτικό σύστημα στην πλειοψηφία του έσπευσε να αποδεχθεί το σχέδιο Ανάν, πριν καν το διαβάσουν, να το μελετήσουν. Σημίτης, Παπανδρέου, η λεγόμενη εκσυγχρονιστική- εθνομηδενιστική- αριστερά και η δεξιά πολιτική ελίτ, είδαν το σχέδιο Ανάν ως  το όχημα της απαλλαγής από το Κυπριακό.

Αυτή τη στάση την παρακολουθούμε και όποτε σημειώνονται εξελίξεις στο Κυπριακό και διαφαίνονται, υποτίθεται, προοπτικές για συμφωνία, επαναλαμβάνεται. Αρχίζουν τα μουρμουρητά πως «χάθηκε η ευκαιρία το 2004 να μη χαθεί και τώρα» και με έμμεσο τρόπο στέλνεται το μήνυμα: «Μα τι θέλουν επιτέλους οι Κύπριοι; Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε συνεχώς με το Κυπριακό».

Στη μετά το Κραν Μοντανά εποχή, οι οπαδοί αυτής της προσέγγισης ( οπαδοί της όποιας λύσης/ «λύση να είναι και ό,τι να είναι»), υιοθέτησαν πλήρως το τουρκικό αφήγημα πως τις συζητήσεις τις τίναξαν στον αέρα οι Ελληνοκύπριοι.

  • Βεβαίως, τέτοιες προσεγγίσεις υπάρχουν και στην Κύπρο και είναι προφανές πως υπάρχει κανάλι επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ τους. Στην προσαρμογή στις τουρκικές αξιώσεις υπάρχει «κοινό μέτωπο».

Το ζητούμενο είναι πως όσο δεν γίνεται αντιληπτό ότι το μέτωπο πρέπει να είναι ενιαίο, η Τουρκία διευκολύνεται και προωθεί τους σχεδιασμούς της από τον Έβρο, το Αιγαίο, την Κρήτη μέχρι την Κύπρο. Κι αυτό θα το βιώσουμε περισσότερο όσο η Τουρκία θα υλοποιεί βήμα προς βήμα τις επεκτατικές της επιδιώξεις. Τότε, ίσως, να είναι αργά.

ΟΙ ΔΥΟ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

Στην ελληνική Αριστερά υπάρχουν δύο τάσεις σε σχέση με το Κυπριακό. Η διεκδικητική, που θέτει το ζήτημα σε μια εθνική, αλλά και αντιιμπεριαλιστική βάση και η εθνομηδενιστική, η οποία θεωρεί πως πρέπει να «κλείσει» πάση θυσία το Κυπριακό και να «τα βρούμε με τους Τούρκους». Η πρώτη τάση συνάδει με το κυρίαρχο ρεύμα στην ελληνική κοινωνία ενώ η δεύτερη απευθύνεται προς ένα πιο ελιτίστικο ακροατήριο, που αντιμετωπίζει επιδερμικά τα εθνικά ζητήματα. Η ταύτιση με τους Αγγλοαμερικανούς, το ΝΑΤΟ, το καθεστώς της Άγκυρας δεν θεωρείται πρόβλημα. Ούτε πως ένα κράτος, το κυπριακό, θα λειτουργεί ως τουρκικό προτεκτοράτο. Ακόμη και να μην υπήρχαν δεσμοί με την Κύπρο, θα έπρεπε να αντιδρούσαν καθώς οι συζητήσεις που διεξάγονται από το 1974 νομιμοποιούν τα τετελεσμένα της εισβολής και παραπέμπουν σε ένα κράτος με έντονα διαχωριστικά στοιχεία και ρατσιστικά, εθνικιστικά χαρακτηριστικά.

Στην αντίπερα όχθη, η Δεξιά στην Ελλάδα, στο επίπεδο της ηγεσίας, ακολουθεί μια τακτική, στη λογική μιας κοσμοπολίτικης πολιτικής. Η Τουρκία είναι μια μεγάλη αγορά, λένε, θεωρώντας πως μπορούν, με την «ομαλοποίηση» των σχέσεων, να κερδίσουν οικονομικά. Η Τουρκία, όμως, είναι μεγαλύτερη οικονομία, αγορά. Και η πολιτική της είναι να δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης με την Ελλάδα. Κι αυτό θα επιτευχθεί με την ακολουθούμενη πολιτική, αυτή του κατευνασμού.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *