Η αμερικανική πολιτική έναντι της Κύπρου είναι απαράδεκτη: Αντί κυρώσεις, προσφέρουν διευκολύνσεις…

O υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Ιωάννης Κασουλίδης με τον Αμερικανό ομόλογό του, Άντονι Μπλίνκεν κατά τη διάρκεια συνάντησής τους, την Τρίτη στην Ουάσινγκτον. Photo via twitter Secretary Antony Blinken

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Φιλελεύθερος

Όταν η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες δείχνουν ότι όχι μόνο δεν θέλουν να επιφέρουν κανένα ουσιαστικό κόστος στην Τουρκία για τα όσα παράνομα και αντιδημοκρατικά διαπράττει το καθεστώς της, αλλά συνάμα επιχειρούν να τη διευκολύνουν με δώρα και προσφορές, υποβαθμίζοντας την αξία του διεθνούς δικαίου, τότε θα αποθρασύνεται ακόμη περισσότερο.

Μία άμεση συνέπεια είναι η σταδιακή εδραίωση παλαιών και νέων τετελεσμένων που δημιούργησε στην Κύπρο και την περιοχή, προσπαθώντας να τα διευρύνει περαιτέρω, ανάλογα με τις χρονικές και πολιτικές συγκυρίες.

Την περασμένη Τρίτη, πραγματοποιήθηκε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κύπρου, Άντονι Μπλίνκεν και Ιωάννη Κασουλίδη.

Με βάση τα όσα ανακοινώθηκαν και παρά το γεγονός ότι «η διμερής σχέση είναι ισχυρότερη από ποτέ», όπως δήλωσε ο κ. Μπλίνκεν, εντούτοις εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη βούλησης από πλευράς ΗΠΑ για την εξέταση συγκεκριμένων μέτρων και ενεργειών ώστε η Τουρκία να αναγκαστεί να σεβαστεί τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο και ειδικότερα για τα Βαρώσια.

Remaining Time-0:00

Fullscreen

Mute

  • Αυτή όμως η πραγματικότητα συνδέεται άμεσα με τις εκάστοτε συνθήκες που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της αποστολής Καλών Υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, ο οποίος με την ποντιοπιλατική στάση και τις εκθέσεις του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας συμβάλλει καθοριστικά στην πλήρη απενοχοποίηση της Τουρκίας.

Οι ηγεσίες των ΗΠΑ και της ΕΕ έχουν συνηθίσει να «νίπτουν τας χείρας τους» για την τουρκική κατοχή και την τουρκική επιθετικότητα, καλυπτόμενες πίσω από την τετριμμένη τοποθέτηση για τη σταθερή υποστήριξή τους στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού υπό την αιγίδα του διεθνούς Οργανισμού.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, καλωσορίζοντας τον Κύπριο ομόλογό του, τόνισε ότι οι ΗΠΑ παραμένουν αποφασιστικά υπέρ της στήριξης μια διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και θα συνεχίσουν να εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση.

Μετά τη συνάντησή τους, ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρθηκε στη «δέσμευση των ΗΠΑ» για εμβάθυνση της συνεργασίας με την Κυπριακή Δημοκρατία, μεταξύ άλλων μέσω του μηχανισμού 3+1 με Ελλάδα και Ισραήλ. Επίσης, επεσήμανε ότι συζήτησαν μια σειρά από διμερή και περιφερειακά ζητήματα, «συμπεριλαμβανομένης της σημασίας του συντονισμού των ενεργειών για υποστήριξη της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας», όπως ενδεικτικά σημείωσε.

Μια τέτοια αναφορά, κανονικά, θα έπρεπε να γινόταν και για την Κύπρο. Αλλά, δυστυχώς, από πού ξεκινάει το πρόβλημα όταν για χρόνια τώρα η Λευκωσία δεν επιμένει να προτάσσει τα αυτονόητα, με ξεκάθαρους στόχους;

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε στις 20 Ιανουαρίου από την ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν. Πριν την ανάληψη των καθηκόντων του και κατά τους πρώτους μήνες της Προεδρίας του, αρκετοί Αμερικανοί αναλυτές θεωρούσαν σχεδόν αναπόφευκτη τη σύγκρουση με τον Τούρκο ομόλογό του. Ορισμένοι επικαλούνταν μάλιστα και τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς» τον Δεκέμβριο του 2019, ως υποψήφιος για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος, χαρακτηρίζοντας τον Ερντογάν «αυταρχικό».

Βέβαια, από τον νέον ένοικο του Λευκού Οίκου δεν αναμενόταν να ακολουθήσει μια ιδιαίτερα σκληρή πολιτική έναντι της Τουρκίας λόγω των όσων διαπράττει σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Άλλωστε, η τουρκική κατοχή στον τόπο μας και η τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο δεν συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των ζητημάτων που επηρεάζουν την πορεία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

  • Λόγω όμως της πολύχρονης σχέσης του με την Ομογένεια, που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και κυρίως λόγω της γνώσης και της πολυετούς εμπειρίας του στο Κυπριακό, ιδιαίτερα μετά την 8ετή θητεία του ως αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, κατά την οποία βίωσε στο πετσί του την ισλαμοφασιστική και αντιαμερικανική συμπεριφορά του Ερντογάν, θεωρείτο κάπως εφικτό ότι ο Μπάιντεν ως Πρόεδρος θα επιδείκνυε κάποια ευαισθησία για αυτά τα γνώριμα θέματά του.

Μέχρι στιγμής, δεν προέβη σε καμία δήλωση, σε καμία ενέργεια, σε καμία έστω συμβολική κίνηση που να δείχνει τουλάχιστον ότι δεν ξέχασε αυτά που έλεγε κάποτε περί της ανάγκης για «τερματισμό της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο» και για «απόλυτο σεβασμό στο διεθνές δίκαιο».

Αν και είναι αφέλεια να θεωρείται ότι θα μπορούσε να αλλάξει πολιτικές που καθορίζονται από πανίσχυρα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα, εντούτοις το βασικό ερώτημα παραμένει:

Δηλαδή, τι άλλο πρέπει να κάνει το αυταρχικό καθεστώς της Τουρκίας (εντός και εκτός της χώρας του), ώστε η αμερικανική και η ευρωπαϊκή ηγεσία να φτάσει στο σημείο για να αποφασίσει ότι χωρίς τη λήψη μέτρων (κυρώσεων) και χωρίς τη διαμόρφωση ενός νομικού, πολιτικού και στρατιωτικού πλαισίου για την άσκηση ουσιαστικών πιέσεων και επιβολής κόστους στην Άγκυρα, δεν πρόκειται ο Ερντογάν να σεβαστεί το κράτος δικαίου και την εδαφική ακεραιότητα των γειτονικών του κρατών;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.