Η Αθήνα ψάχνει στήριξη από το πολιτικό φάντασμα ΕΕ – Ώρα για αφύπνιση

Ο Τούρκος υπουργός Εθνικής Άμυνας Χουλούσι Ακάρ με τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν επιθεωρούν στρατιωτικό απόσπασμα. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Η ελληνική διπλωματία δίνει, χρόνια τώρα, μάχες εξωτερικής πολιτικής στα πεδία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, φορτωμένες με το βάρος των προβλημάτων της επιθετικής Τουρκίας ζητούν επί δεκαετίες την πολιτική αλληλεγγύη των Ευρωπαίων εταίρων και επικαλούνται, συμφωνίες, νόμους, αρχές και αξίες ευρωπαϊκές, προκειμένου να κερδίσουν την πολιτική στήριξη της ΕΕ απέναντι σε μια πολεμοχαρή Τουρκία, που ζητά “ζωτικούς χώρους” στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θεσμικά, οι προσπάθειες της Αθήνας έχουν βάση και καλώς καταβάλλονται δεδομένου ότι επί χάρτου, η ΕΕ έχει πράγματι κάθε λόγο να καταδικάζει τις μονομερείς και διεθνώς παράνομες κινήσεις της τουρκικής “Γαλάζιας Πατρίδας” και τις συμπεριφορές του τουρκικού ισλαμισμού που υπερασπίζεται δυναμικά ο Ταγίπ Ερντογάν. Και πράγματι, η ΕΕ με κείμενα Συμβουλίων υπουργών και Κορυφής έχει αποδοκιμάσει την Άγκυρα για τα όσα διαπράττει σε βάρος δυο χωρών-μελών της Ένωσης, περιφρονώντας το διεθνές δίκαιο και τι καταστατικές αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η πραγματικότητα, όμως, επιτάσσει την άρδην αλλαγή της αντίληψης των Αθηνών για την πολιτική οντότητα της ΕΕ στις υποθέσεις εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας, που απασχολούν μια ή περισσότερες χώρες-μέλη, λόγω της απειλής από τρίτες χώρες. Κοινή πολιτική στρατηγική δεν είχε ποτέ η Κοινότητα των Ευρωπαίων.

Σήμερα πλέον, με δεδομένα τα οικονομικά και πολιτικά προϊόντα της “παγκοσμιοποίησης” και του “Μάαστριχτ” και ειδικότερα με δεδομένη την παντελή έλλειψη κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, η ΕΕ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας οικονομικός-εμπορικός οργανισμός. Η ΕΕ κινείται πλέον με βάση τα συμφέροντα των γερμανικών βιομηχανιών.

Κοροϊδεύει τον εαυτό της και κάθε τρίτο, εμφανιζόμενη ως ικανή να διαχειρισθεί εξωτερικές υποθέσεις για λογαριασμό των μελών της, με το εφεύρημα του ορισμού ενός αξιωματούχου που υποδύεται τον ύπατο εκπρόσωπο εξωτερικής πολιτικής των 27 εταίρων, δηλαδή τον εκπρόσωπο μιας πολιτικής που δεν υπάρχει!

Τι να περιμένεις από ΕΕ…

Μάταια, λοιπόν, ελπίζει η ελληνική πολιτική ηγεσία, ότι η ΕΕ μπορεί να υπερασπισθεί την εθνική ασφάλεια της χώρας μας απέναντι στο νέο-οθωμανικό “ιμπεριαλισμό”. Πόσο μάλλον, που στην οικονομική-νομισματική ένωση κουμάντο κάνει η οικονομικά ισχυρότερη χώρα, η Γερμανία, η οποία βεβαίως διαχειρίζεται κατά τα δικά της συμφέροντα τις διεθνείς σχέσεις της.

Ένα θλιβερό θέατρο που απελπίζει είναι οι παρεμβάσεις της ΕΕ στην υπόθεση των επιθέσεων της ισλαμικής Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και αξιολύπητος είναι ο δυστυχής (υψηλόμισθος πάντως) “ύπατος” Ζοζέπ Μπορέλ σε ρόλο ταχυδρόμου της Άνγκελα Μέρκελ εδώ κι’ εκεί.

Η Αθήνα κάνει, βέβαια, το καθήκον της, καταθέτοντας τα επιχειρήματα της στην ΕΕ. Δεν θα μπορούσε να μένει ακίνητη και σιωπηλή και να μην αντιδρά ως χώρα-μέλος της στις πολιτικές αθλιότητες του Ταγίπ Ερντογάν. Όμως, το γενικότερο πνεύμα της διπλωματίας που ασκείται από την Αθήνα στην ΕΕ για την Τουρκία ανήκει σ’ ένα “σκηνικό” προ πολλού καταργημένο στην Κοινότητα των Ευρωπαίων.

Μία “άλλη” Ευρώπη και μια “άλλη” Τουρκία επιχείρησαν κατά το παρελθόν να συνάψουν σχέσεις. Η ελληνική διπλωματία πρέπει να αλλάξει εργαλεία στην ΕΕ και να αναζητήσει νέες συνεργασίες με Ευρωπαίους εταίρους. Δεν έχει νόημα πλέον να εκλιπαρεί πάλι σήμερα η Αθήνα την ΕΕ για στήριξη και αλληλεγγύη έναντι της Τουρκίας. Πόσο μάλλον όταν η ίδια η ελληνική πλευρά έχει προβεί κατά καιρούς σε υποχωρήσεις προς την Άγκυρα, πιεζόμενη από ισχυρούς Ευρωπαίους εταίρους.

Την εθνική κυριαρχία εδαφών της και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, η Αθήνα με άλλους τρόπους, σε άλλα πεδία συνεργασιών, εκτός ΕΕ, θα τα διασφαλίσει. Η ΕΕ είναι από καιρό πολιτικά νεκρή, παίγνιο των αρχόντων της “αυτοκρατορίας του χρήματος” και πιόνι στη σκακιέρα των ΗΠΑ, που εξακολουθούν να “καλύπτουν” στρατηγικά την περιοχή μας από τα Βαλκάνια έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Ας παίξει η Αθήνα το δικό της παιχνίδι με τα δικά της γεωπολιτικά πλεονεκτήματα και δικούς της συμμάχους, χωρίς να περιμένει τίποτε το ουσιαστικό γι’ αυτήν από την ΕΕ και τα Συμπεράσματα των Συνόδων Κορυφής της. Όσο η ελληνική διπλωματία δεν θα εμφανίζει ένα νέο πρόσωπο στην ευρωπαϊκή σκηνή, θα κυκλοφορεί στην ΕΕ ως επαίτης πολιτικής αλληλεγγύης, θύμα μιας λανθασμένης αντίληψης για τις “πολιτικές” σχέσεις Αθήνας-Βρυξελλών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *