Η αβεβαιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: Η εξωτερική πολιτική Τραμπ είναι ξενόφοβη, συντηρητική και απομονωτική

File Photo: US President Donald J. Trump (R) talks to Turkish President Recep Tayyip Erdogan at a dinner at the Art and History Museum at the Park Cinquantenaire during a NATO Summit in Brussels, Belgium, 11 July 2018. EPA, GEERT VANDEN WIJNGAERT, POOL

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη  Η αβεβαιότητα που επικρατεί στην αμερικανική εξωτερική πολιτική ανησυχεί τους συμμάχους των ΗΠΑ.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται επικεφαλής μιας υπερδύναμης, μιας αυτοκρατορίας και ότι υπάρχει ένα τίμημα για αυτόν τον ρόλο της χώρας του. Η άγνοια των διεθνών προβλημάτων και μια άναρχη θεώρησή τους τον οδηγούν στον απομονωτισμό, κάτι που ασφαλώς δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο μιας αυτοκρατορίας. Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν καθορίζεται από τους παρορμητισμούς ενός ανθρώπου, αλλά από τη μελέτη των διεθνών δεδομένων και τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Ούτε και περιορίζεται από τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα σε βάρος των μακροπρόθεσμων στόχων της. Προπάντων όταν αυτή η χώρα είναι οι ΗΠΑ, μια αυτοκρατορική υπερδύναμη.

Από την άλλη ο Πρόεδρος Τραμπ ξεκίνησε τη θητεία του με ένα αδύνατο σημείο, τη ρωσική ανάμειξη στην προεδρική εκλογή. Όσο αυτό το θέμα δεν ξεκαθαρίζει, θα του είναι ένας βραχνάς. Δεν έχει πολλή σημασία αν υπήρξε αυτή η παρέμβαση ή όχι ή ποιο ήταν το μέγεθός της. Ούτε αν οι πολιτικοί του αντίπαλοι το υπερτονίζουν για να τον βλάψουν. Σημασία έχει ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Και ότι οι δικοί του χειρισμοί αυτού του ζητήματος υπήρξαν πέρα για πέρα αδέξιοι. Ξεκίνησε με απόλυτη άρνησή του για να καταλήξει σε αποδοχή του όπως το παρουσιάζουν οι μυστικές αμερικανικές υπηρεσίες. Συνεργάτες του στο μεταξύ κατηγορήθηκαν ενώπιον της Δικαιοσύνης, ενώ ο ίδιος πέφτει καθημερινά σε αντιφάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όσα συνέβησαν στην τελευταία συνάντησή του με τον Ρώσο Πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν. Τη μια μέρα δηλώνει την εμπιστοσύνη του σε όσα του είπε ο Πούτιν ότι δεν υπήρξε παρέμβαση και την άλλη δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας του που υποστηρίζουν το αντίθετο. Υπ΄αυτές τις συνθήκες είναι φανερό ότι βρίσκεται σε αδυναμία απέναντι σ΄έναν Πούτιν που ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι θα ήθελε μια πιο ήπια πολιτική απέναντι στη Ρωσία, μια πολιτική συνδιαλλαγής και όχι σύγκρουσης, ενάντια στο στρατιωτικο-βιομηχανικό κατεστημένο, του είναι δύσκολο να στηρίξει μια τέτοια πολιτική για τον απλούστατο λόγο ότι θα εκλαμβανόταν, υπό τις περιστάσεις, ως μια πολιτική αδυναμίας.

Την ίδια ώρα αποξενώνεται από τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον Καναδά και το Μεξικό. Σοβαροί οικονομολόγοι αμφισβητούν την ωφελιμότητα για τις ΗΠΑ του εμπορικού πολέμου που κήρυξε εναντίον της Ευρωπάϊκής Ένωσης, του Μεξικού και του Καναδά. Ακόμη και ο εμπορικός πόλεμος εναντίον της Κίνας είναι αμφίβολο αν θα έχει θετικά αποτελέσματα για την αμερικανική οικονομία. Εκεί που πιθανόν έχει δίκαιο να θέλει μεγαλύτερη συμβολή στις αμυντικές δαπάνες από τους συμμάχους της χώρας του στο ΝΑΤΟ και ειδικά από τη Γερμανία, αναλώνεται σε μια ρητορική που ζημιώνει τις ΗΠΑ, ενώ θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το θέμα με ήπιους διπλωματικούς τόνους όπως αρμόζει σε συμμάχους. Και πάντα έχοντας υπόψη το τίμημα που πρέπει να πληρώνουν οι ΗΠΑ αν θέλουν να είναι μια αυτοκρατορική δύναμη.

Γενικότερα, η εξωτερική πολιτική Τραμπ είναι ξενόφοβη, συντηρητική και απομονωτική. Αυτό φαίνεται από τη στάση του απέναντι στους διεθνείς οργανισμούς, την αποχώρησή του από τη συμφωνία για τις κλιματολογικές συνθήκες και βέβαια από τη μεταναστευτική πολιτική του. Αβεβαιότητα επικρατεί για την πολιτική του στη Μέση Ανατολή, ειδικά όσον αφορά στη Συρία, ενώ η απόλυτη ταύτισή του με το Ισραήλ και η καταγγελία της συνθήκης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν περιθωριοποιούν τις ΗΠΑ στην περιοχή.

Όσον αφορά στην Ελλάδα και στην Κύπρο, υπάρχουν πολλαπλές αβεβαιότητες στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μπορεί η Αθήνα να ταυτίστηκε, σχεδόν μονόπλευρα, με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, ειδικά στα Βαλκάνια με το Σκοπιανό και τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, μπορεί να έχουν δοθεί παντός είδους διευκολύνσεις στους Αμερικανούς επί ελληνικού εδάφους, αλλά τα ανταλλάγματα μάλλον είναι πενιχρά από τη στιγμή που δεν φαίνεται να έχει δοθεί κάποια εγγύηση προστασίας απέναντι στις τουρκικές απειλές στο Αιγαίο.

Στο Κυπριακό φαίνεται ότι κάποια πράγματα θα διευκρινιστούν μετά την επίσκεψη της ειδικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Τζέιν Χόλτ Λουτ στη Λευκωσία. Η οποία όμως επί της ουσίας θα μεταφέρει τις αμερικάνικες απόψεις στο Κυπριακό. Το μεγάλο όμως παζάρι θα γίνει τον Σεπτέμβρη στη Νέα Υόρκη στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μια αναθέρμανση των σχέσεων Ερντογάν-Τραμπ με ό,τι αυτό σημαίνει για το Κυπριακό. Ήδη στο Συμβούλιο Ασφαλείας οι αμερικανικές απόψεις για τους όρους αποστολής της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο συνέπεσαν επί της ουσίας με τις τουρκικές. Αν δε οι Αμερικανοί πετύχουν κάποια στιγμή αυτή την αλλαγή, θα υπονομευθεί το το Ψήφισμα 186 της 4ης Μαρτίου 1964 του Συμβουλίου Ασφαλείας, θεμέλιο νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι ευκαιρίες έρχονται και παρέρχονται και η εμμονή της Λευκωσίας σε μια άγονη πολιτική, ακόμη και οι σκέψεις που φαίνεται να εκφράστηκαν για λύση δύο κρατών μόνο την τουρκική πολιτική εξυπηρετούν. Μια αναθέρμανση των σχέσεων Άγκυρας-Ουάσινγκτον θα μπορούσε να μας οδηγήσει στις πιέσεις που δεχτήκαμε το 2004 για το σχέδιο Ανάν.

Όσοι αυτές τις αποφράδες μέρες της τουρκικής εισβολής μελετούν την αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή πολιτική στο Κυπριακό, με τους Βρετανούς καθοδηγητές, θα διαπιστώσουν ότι λίγα πράγματα έχουν αλλάξει στις σταθερές αυτής της πολιτικής μετά το 1964, εποχή της τουρκανταρσίας και απαρχή των προσπαθειών κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ρωγμές βεβαίως σε αυτή την πολιτική υπήρξαν κατά καιρούς αλλά παρέμειναν ανεκμετάλλευτες από την πλευρά της Λευκωσίας η οποία έμεινε εγκλωβισμένη στην παλαιολιθική πολιτική μιας άλλης εποχής, της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, με άλλα δεδομένα και άλλες γεωπολιτικές ισορροπίες. Λίγη μελέτη της σκέψης του Θουκυδίδη θα επέτρεπε μια διαφορετική πολιτική. Αλλά ποιος διαβάζει σήμερα από τους εγχώριους πολιτικούς Θουκυδίδη ή Ηράκλειτο; Πολυτέλειες στη χώρα των Λωτοφάγων!

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

stephanos.constantinides@gmail.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *