Η διεκδίκηση του κράτους του Μαυρίκιου – Η δικαστική κρίση

Οι Βρετανικές βάσεις στην Επισκοπή Λεμεσού. Φωτογραφία Αντ1

Του ΑΝΔΡΕΑ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗ

Ένα μικρό κράτος, μέλος του ΟΗΕ, πιστεύοντας στη δύναμη της νομικής διεκδίκησης, κατέφυγε με τη στήριξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ένα εκ των οργάνων του ΟΗΕ) διεκδικώντας το αυτόδηλο δικαίωμα κάθε κράτους και λαού στην αυτοδιάθεση και την ανάγκη να υπάρχει πλήρης αποαποικιοποίηση και κατάργηση των όποιων παρεπόμενων αυτής. Διεκδίκηση που προσφέρεται ως δίδαγμα προς όλα τα κράτη πρώην αποικίες γιατί το δίκαιο είναι το ασφαλές καταφύγιο αλλά και η δύναμη των μικρών κρατών. Μια εξαίρετη διεκδίκηση της οποίας το αποτέλεσμα και η σημασία του, πέρα από σεβαστά, θα πρέπει να τύχουν ανάδειξης και μίμησης.

Η δεδομένη πλέον γνωμοδότηση του Δικαστηρίου κατά την πλειοψηφία δεκατριών έναντι ενός δικαστών αποτελεί ένα νέο κεφάλαιο στο Διεθνές Δίκαιο δικαστικής και όχι θεωρητικής εμβέλειας, που επιτρέπει κάθε νόμιμη διεκδίκηση γενικά κατά της αποικιοκρατίας και των καταλοίπων της, όπως και για την πραγμάτωση της πλήρους αυτοδιάθεσης και την απαλλαγή από στρατούς κατοχής.

Μέχρι προχθές και πριν την κρίση του Δικαστηρίου της Χάγης, η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι της Αγγλίας παρουσίαζε διαχρονικά μίαν ηττοπαθή στάση, παρά το γεγονός ότι η ίδια η Αγγλία παραβίασε ανοικτά ή συγκεκαλυμμένα πολλαπλώς τις Συνθήκες που υπέγραψε και αφορούσαν στις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια πολιτική θεώρηση που επεξηγήθηκε ότι αποτελούσε τακτική αποφυγής δεύτερου μετώπου, πρόσθετα προς τις παρανομίες της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου. Αντίληψη που εμπεριέχει πολιτικό σφάλμα αφούη όποια παρανομία πρέπει να αμφισβητείται κατά το δίκαιο.

Το παράδοξο είναι ότι ήδη υπάρχουν φωνές ακόμη και από ΜΜΕ που τείνουν στο να μειώσουν τη σημασία της κρίσης αυτής γιατί, όπως αναφέρουν (ως υποστηρίζει άλλωστε και η Βρετανία), είναι μη δεσμευτικής φύσεως. Η απόφαση αυτή δεν παρέχει βέβαια τη δυνατότητα εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, αλλά δεν παύει από του να είναι μια τομή δικαίου που προέκυψε ως δικαστική κρίση μετά από αντιπαραθετικές νομικές απόψεις, η οποία διαμόρφωσε ήδη ένα ξεκάθαρο νέο κεφάλαιο στο διεθνές δίκαιο περί της αποικιοκρατίας και των συνεπειών της.

  • Τομή και κανόνας διεθνούς δικαίου που μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθούν ακόμη και για ακύρωση της διεθνούς συμφωνίας με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, περί την Κυπριακή Δημοκρατία. Ως γνωστόν η νομική θέση των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο προβλέφθηκε στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, μαζί με τα παραρτήματα που τη συνόδευαν, όπως και τις διακοινώσεις οι οποίες αντηλλάγησαν στις 16 Φεβρουαρίου 1960. Τότε η Βρετανία ήταν το ισχυρό μέρος, στην όλη δοτή συνταγματική λύση.

Πρέπει επίσης να υπενθυμίσω ότι όταν η ίδια η Αγγλία κατέστη μέλος της τότε ΕΟΚ, φρόντισε, όχι τυχαία, να αφήσει εκτός της συμφωνίας ένταξής της ειδικά τις στρατιωτικές βάσεις της στην Κύπρο. Δεν περιορίστηκε, όμως, μόνο σ’ αυτή τη σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας στάση, αλλά συνέχισε και μεταγενέστερα αφού ήταν ο ισχυρός στην όλη εξέλιξη και φρόντισε, αφού δεν πέρασε το Σχέδιο Ανάν, να επιβληθεί ανάλογο εμπόδιο και όταν εντάχθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004.

Τα όσα η Κυπριακή Δημοκρατία παρέθεσε διά του Γενικού Εισαγγελέα και της όλης ομάδας στο Δικαστήριο της Χάγης, έχουν πρόσθετη σημασία, γιατί το κράτος πρέπει να καταδεικύει συνέπεια στα όσα εν προκειμένω υποστήριξε στο Δικαστήριο της Χάγης. Προφανώς θα πρέπει πολιτικά να αξιοποιηθεί το συγκεκριμένο δεδικασμένο και μάλιστα τούτο να συνδυαστεί με το θέμα της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

  • Άρα πρέπει τώρα με τη βοήθεια της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διεκδικηθεί καθαρά η απαίτηση να εγκαταλείψει η Αγγλία κάθε δική της αξίωση για τα όποια κυριαρχικά «δικαιώματά» της σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε να υπαχθούν τα εδάφη αυτά στην κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και άρα στο κοινοτικό κεκτημένο.

Στα πλαίσια της οφειλόμενης από την Αγγλία τελικής διαμόρφωσης της νέας σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εμείς ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούμε να διεκδικήσουμε για πρώτη φορά από θέση ισχύος την άρση της όποιας νομικής υπόστασης έχουν οι βάσεις. Η Αγγλία μετά το 1959 (συμφωνίες Λονδίνου-Ζυρίχης) δεν έχει την ισχύ να επιβάλει όρους κατά την επιθυμία της, ως είχε κατά τη διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ή κατά τον χρόνο της δικής μας ένταξης στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια.

  • Η χρονική σύμπτωση της απόφασης του Δικαστηρίου της Χάγης προσφέρει μια ανεπανάληπτη συγκυρία νομικών, πολιτικών δεδομένων που επιτρέπει να αξιώσουμε επιτέλους από την Αγγλία μια αντικειμενική συνδρομή για μια δίκαιη επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Ας μην αφήσουμε λοιπόν στην Αγγλία τη δυνατότητα να διατηρήσει σε βάρος του δικαίου και του τόπου το δικαίωμα στρατιωτικών βάσεων ή να υποστηρίζει λύση με «συνιστώντα» κρατίδια εκ παρθενογένεσης για να παραμένει, αν όχι «εγγυήτρια», «συνιδιοκτήτης» επί του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Προϋπόθεση όμως για πραγματική αξιοποίηση της απόφασης αυτής του Μαυρίκιου είναι οι πολιτικές δυνάμεις και ιδιαίτερα η Κυβέρνηση, όπως και ο κάθε απλός πολίτης, να κατανοήσουν τη σημασία και αξία της δικαστικής αυτής κρίσης του Δικαστηρίου της Χάγης. Κύρια όμως ας μη «ραφοποιήσουμε» και την απόφαση αυτή όπως έγινε με την απόφαση της 4ης Διακρατικής Προσφυγής Κύπρου κατά της Τουρκίας που αποφάσισε το ΕΔΑΔ. Πρέπει να τις αξιοποιήσουμε ως πολιτική δράση και στρατηγική αλλά και ως μέθοδο για ανάταση των πεποιθήσεών μας περί το δίκαιο και τη δικαίωση του τόπου.

*Δικηγόρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *