Η δικαίωση των προνομιούχων: Πέραν της νομικής πτυχής υπάρχει και η πολιτική, ηθική και κοινωνική  του διάσταση

Ο χώρος των δικαστηρίων στη Λευκωσία. Πηγή: ΚΥΠΕ

Του ΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Παρά το ότι θέμα του παρόντος άρθρου δεν είναι ο σχολιασμός της πρόσφατης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου που αφορά τη μείωση, με βάση νόμο, των απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων, αισθάνομαι την ανάγκη να διατυπώσω, «εκτός πλαισίου» και συνοπτικά, τη διαφωνία μου με το σκεπτικό της απόφασης.

Χωρίς υποκριτικές περιστροφές, εκφράζω τη γνώμη ότι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου δεν συνάδει με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων –την οποία επικαλείται– και εσφαλμένα ερμηνεύει το Άρθρο 23.3. του Συντάγματος. Αναφέρομαι, ειδικά, στην απόφαση στην υπόθεση Koufaki and Adedy v. Greece, 57665/12 και 57657/12, ημερ. 7.5.2013, όπου επαναλήφθηκε η αρχή ότι «το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως».

Σχετική είναι και η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υποθ. Αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012. Θα πρέπει, επίσης, να διευκρινιστεί ότι, καταρχήν, το ιδιοκτησιακό δικαίωμα, στη συνήθη του μορφή, αφορά σε υπάρχουσα ιδιοκτησία και δεν εκτείνεται σε δικαίωμα για απόκτηση της ιδιοκτησίας στο μέλλον. Το Σύνταγμα προστατεύει μόνο δεδουλευμένους μισθούς. Μόνο αυτοί συνιστούν «ιδιοκτησία». Εξαίρεση υπάρχει στην περίπτωση που το δικαίωμα για μελλοντικούς μισθούς εδράζεται σε σύμβαση, πράγμα που δεν ισχύει στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, που η μισθοδοσία τους καθορίζεται από τον νόμο. Δυστυχώς, αυτή η λανθασμένη αντίληψη για την έννοια και το περιεχόμενο του μισθού, ως περιουσιακού στοιχείου, έχει και τις «ευλογίες» του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Γι’ αυτό, τεράστιο είναι το βάρος που πίπτει στους ώμους του Γενικού Εισαγγελέα.

Αλλά, πέραν της νομικής πτυχής του θέματος, υπάρχει και η πολιτική, ηθική και κοινωνική του διάσταση. Τα μέτρα που πάρθηκαν, απέβλεπαν, μαζί με άλλα, στο να σωθεί το κράτος από την οικονομική κατάρρευση και να προστατευθεί η αγοραστική αξία των, έστω και μειωμένων, μελλοντικών αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων.

  • Διανοήθηκαν, οι δικαστές και οι αιτητές, πώς θα προστατευθεί η ιδιοκτησία των δημοσίων υπαλλήλων όταν, σε ένα πτωχευμένο κράτος, η αγοραστική αξία των 50 χιλιάδων ευρώ θα είναι όση έχουν σήμερα οι 20 ή, ακόμα, οι 10 χιλιάδες ευρώ; Θα εξακολουθούσε να πανηγυρίζει η ηγεσία των δημοσίων υπαλλήλων για τη «δικαίωσή» της;

Αυτή η αλαζονική συμπεριφορά των ηγετών της ΠΑΣΥΔΥ, που αποπνέει ένα απαράδεκτο ατομικιστικό πνεύμα και της οποίας υπήρξαμε μάρτυρες τις τελευταίες ημέρες, είναι λόγος που με παρακίνησε στην παρέμβασή μου. Ανέμενα να επιδείξουν στοιχειώδη κοινωνική ευαισθησία. Επικαλούνται το κράτος δικαίου. Απόλυτος πρέπει να είναι ο σεβασμός προς το κράτος δικαίου. Αλλά, η αρχή του κράτους δικαίου ορίζει και ίση κατανομή βαρών για αντιμετώπιση μιας οικονομικής κρίσης. Ίση κατανομή βαρών δεν έγινε, ακόμα και με το μέτρο της μείωσης των απολαβών. Οι δημόσιοι υπάλληλοι διατήρησαν τη δουλειά τους. Όμως, στον ιδιωτικό τομέα, πολλές χιλιάδες συνάνθρωποί μας έχασαν τη δουλειά τους και πολλές χιλιάδες είδαν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται, έως και 50%. Πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν και πολλοί επιχειρηματίες πτώχευσαν. Δεν νομίζω ο αναγνώστης να είδε κάποιον δημόσιο υπάλληλο στα κοινωνικά συσσίτια.

  • Στις μέρες μας, η εργασία έχει καταστεί προνόμιο. Προνομιούχοι, όσοι είναι ενταγμένοι στην παραγωγική διαδικασία. Οι όροι εργασίας αυτών που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορεί να είναι πρόβλημα. Νέοι άνθρωποι, με πανεπιστημιακές, συχνά και μεταπτυχιακές σπουδές, γίνονται αντικείμενο ωμής εκμετάλλευσης. Όμως, θεωρούν τον εαυτό τους προνομιούχο, σε σύγκριση με τους άνεργους, τους μη προνομιούχους. Οι υπάλληλοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εξακολουθούν να απολαμβάνουν από τους πιο υψηλούς μισθούς στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, έχω την άποψη ότι η άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των λειτουργών του κράτους, που αναμφισβήτητα είναι αναφαίρετα και συνταγματικά κατοχυρωμένα, πρέπει να έχει ένα περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που απαντάται στον ιδιωτικό τομέα.

  • Όσοι επέλεξαν ως επάγγελμα να υπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, είναι αδιανόητο να αντιμετωπίζουν το κράτος, δηλαδή το κοινωνικό σώμα, σαν ιδιώτη εργοδότη. Αδιανόητο να εκβιάζουν το κοινωνικό σύνολο και να το τυραννούν, για να πετύχουν ασύμμετρα με την προσφορά τους ατομικά οφέλη. Δυστυχώς, οι συνδικαλιστές αυτών των προνομιούχων, εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα περασμένων δεκαετιών.

Παρατηρείται από μέρους τους μια συμπεριφορά που προκαλεί το δημόσιο αίσθημα. Έτσι, με τα όπλα που τους παρέχει το πελατειακό κράτος και με τη γνωστή ξύλινη και, συνάμα, εκβιαστική συνδικαλιστική τους γλώσσα, εξουδετερώνουν κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού του κράτους και, ειδικά, κάθε προσπάθεια λήψης ριζοσπαστικών μέτρων για αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης η οποία παραμένει μια πολυδάπανη, αργοκίνητη, αναποτελεσματική και, όχι σε λίγες περιπτώσεις, διεφθαρμένη μηχανή, ανίκανη να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών.

  • Πρώην Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *