Η δύναμη των μειονοτήτων, οι αδυναμίες της Ομογένειας και ο γερουσιαστής Μενέντεζ

Democratic US Senator Bob Menendez (C) of New Jersey stands with representatives from area police and fire departments during a campaign event in Jersey City, New Jersey, USA, 22 October 2018. EPA, JUSTIN LANE

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Υπάρχει «ελληνικό λόμπι» με την πραγματική έννοια του όρου;

Ακόμη και οι περισσότεροι Ελληνοαμερικανοί που ασχολούνται με την προσπάθεια προώθησης των ελληνικών θέσεων ομολογούν ότι μετά από τόσες δεκαετίες (βασικά από το 1974 με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την επιβολή στρατιωτικού εμπάργκο στην Τουρκία), η Ομογένεια δεν έχει φτάσει σ’ αυτό το σημείο.

Οι λόγοι είναι αρκετοί, με βασικότερο τη μόνιμη ανυπαρξία μακροπρόθεσμης, συγκροτημένης στρατηγικής του Ελληνισμού (Αθήνας, Λευκωσίας και Ομογένειας). Το κενό από την έλλειψη αποτελεσματικού λόμπι στα εθνικά ζητήματα καλύπτουν, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένα άτομα και ελάχιστοι φορείς.

Το έργο και η προσφορά τους δεν είναι μόνο προς την κατεύθυνση για αποτροπή χειρότερων εξελίξεων. Δημιουργούν υποδομή για νέες δυνατότητες όσον αφορά την αμερικανική πολιτική στα θέματα της Ελλάδας και της Κύπρου.

  • Τα συμφέροντα παραμένουν συμφέροντα, αλλά δεν είναι πάντα σταθερά και στις διεθνείς σχέσεις καθοριστικό στοιχείο είναι η αλληλοεξυπηρέτηση συμφερόντων. Η κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις καταμαρτυρεί αυτή την πραγματικότητα.

Στις 6 Νοεμβρίου, θα πραγματοποιηθούν οι ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες κρίνονται καθοριστικές για τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ. Οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι επιδιώκουν να τις μετατρέψουν σε δημοψήφισμα κατά του προέδρου Τραμπ.

Τα τελευταία δυο θλιβερά γεγονότα, το ένα αιματηρό (με 11 νεκρούς και 6 τραυματίες) κατά την επίθεση σε εβραϊκή συναγωγή στο Πίτσμπουργκ και το άλλο αναίμακτο (με την αποστολή εκρηκτικών μηχανισμών σε μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος και ΜΜΕ) έχουν ενισχύσει περαιτέρω το κλίμα πόλωσης και διχασμού.

  • Ο ρόλος των μειονοτήτων

Οι μειονότητες διαδραματίζουν -ειδικά τα τελευταία χρόνια- καθοριστικό ρόλο στις αμερικανικές εκλογές για την ανάδειξη του προέδρου και των μελών του Κογκρέσου. Οι ενδιάμεσες εκλογές (στο ενδιάμεσο των προεδρικών εκλογών) διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, την Τρίτη μετά την πρώτη Δευτέρα του Νοεμβρίου (η νωρίτερη δυνατή ημερομηνία είναι η 2α Νοεμβρίου και η τελευταία δυνατή ημερομηνία είναι η 8η Νοεμβρίου), όπως και οι προεδρικές.

Στις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές θα διεξαχθούν εκλογικές αναμετρήσεις για τις 435 θέσεις της Βουλής και το ένα τρίτο των 100 εδρών της Γερουσίας, ενώ την ίδια μέρα θα γίνουν εκλογές για πολιτειακούς βουλευτές και γερουσιαστές και για 36 κυβερνήτες, ανάμεσά τους και της Νέας Υόρκης.

  • Οι Δημοκρατικοί προσδοκούν να επανακτήσουν την πλειοψηφία σε Βουλή και Γερουσία. Μέχρι στιγμής, δεν είναι ξεκάθαρο το τοπίο για την έκβαση του εκλογικού αποτελέσματος. Για τη Γερουσία θεωρείται πολύ δύσκολο, ενώ για τη Βουλή εκτιμάται ότι είναι πιο εφικτό για τους Δημοκρατικούς.

Αν συμβεί αυτό, ανεξάρτητα από την έκβαση και τις επιπτώσεις της έρευνας Μόλερ για την πιθανή ρωσική εμπλοκή στις προεδρικές εκλογές του 2016, θεωρείται ότι ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος θα έχει «σταθερό εμπόδιο» στην άσκηση της πολιτικής του, όπως συνέβη και κατά την προεδρία Ομπάμα. Επίσης, οι Δημοκρατικοί δεν θα έχουν μόνο τη δυνατότητα να μπλοκάρουν την ατζέντα του Λευκού Οίκου, αλλά και να ξεκινήσουν νέες έρευνες κατά του Ντόναλντ Τραμπ.

  • Στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικανοί κατέχουν 51 έδρες (μετά το θάνατο του Τζον Μακέιν έχουν μείνει 50), οι Δημοκρατικοί 47 και 2 γερουσιαστές είναι ανεξάρτητοι (Μπέρνι Σάντερς και Άνγκους Κινγκ), που, συνήθως συστρατεύονται με τους Δημοκρατικούς. Από τις 435 έδρες στη Βουλή, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κατέχει σήμερα τις 237, οι Δημοκρατικοί 193 και 5 έδρες είναι κενές.

Κάθε μειονότητα έχει τη δική της ατζέντα και τις δικές της προτεραιότητες. Και σε κάθε προεκλογική περίοδο διαπιστώνεται η οργάνωση, η δύναμη και η επιρροή τους. Δηλαδή, με ποιο τρόπο και με ποιες «απαιτήσεις» επιλέγουν να ενισχύουν οικονομικά κάποιον υποψήφιο και πώς κινητοποιούν τα μέλη τους για να ασκήσουν το εκλογικό δικαίωμά τους.

  • Τα κόμματα και οι καταβολές

Η πλειοψηφία των Αμερικανών είναι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι είτε με το Δημοκρατικό είτε με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Επομένως, συνήθως επιλέγουν τους υποψηφίους του κόμματός τους, αλλά όχι πάντα και κυρίως όταν οι ψηφοφόροι ανήκουν σε συγκεκριμένες μειονοτικές ή θρησκευτικές ομάδες.

Σε αρκετές περιπτώσεις αλλάζουν τα κριτήρια ψήφου και «απεγκλωβίζονται» από την κομματική ταυτότητά τους, ανάλογα με τις θέσεις των υποψηφίων, αλλά και με βάση τις εθνολογικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές καταβολές τους.

  • Κλασικό παράδειγμα αποτελούν οι Ευαγγελιστές και η αμερικανοεβραϊκή κοινότητα, η οποία σε κάθε εκλογική αναμέτρηση κυκλοφορεί έναν κατάλογο με όλους τους υποψηφίους και στις 50 πολιτείες της χώρας με τις θέσεις του καθενός για το Ισραήλ και τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις. Φυσικά, δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό το επίπεδο, αλλά μέσα από ενημέρωση και συντονισμένη δράση προσπαθεί να διασφαλίσει τις βασικές επιδιώξεις της.

Στην ελληνοαμερικανική κοινότητα διαπιστώνονται πολλές αδυναμίες, αλλά συνάμα και αρκετές δυνατότητες. Το Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC, με ιδρυτή – στυλοβάτη τον Νίκο Μούγιαρη και εκτελεστικό διευθυντή τον Έντι Ζεμενίδη), μέσα στα τελευταία έξι και πλέον χρόνια που λειτουργεί, κατάφερε να δημιουργήσει έναν «σύγχρονο μηχανισμό δράσης», κάνοντας σημαντικά βήματα, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζονται οι πολύχρονες προσπάθειες άλλων προσώπων και οργανισμών.

  • Το παράδειγμα του Μενέντεζ

Στις επικείμενες εκλογές διεκδικούν θέσεις ή επανεκλογή για δημοτικά, πολιτειακά και ομοσπονδιακά αξιώματα άτομα που έχουν ελληνικές ρίζες. Λαμβάνοντας υπόψη την αποδοχή και την στήριξη που βρίσκουν από ομογενειακούς φορείς, επιχειρηματίες και ΜΜΕ φαίνεται ότι, σε γενικές γραμμές, «μετρά» το γεγονός ότι είναι ελληνικής καταγωγής. Δηλαδή, σε αρκετές περιπτώσεις, όχι σε όλες, τους ψηφίζουν ή τους ενισχύουν οικονομικά παρόλο που δεν ανήκουν στο δικό τους κόμμα.

Εκτός από τους ομογενείς υπάρχουν και κάποιοι Αμερικανοί πολιτικοί που δεν έχουν καμία σχέση στην καταγωγή τους με την Ελλάδα ή την Κύπρο, αλλά με συνέπεια και για πολλά χρόνια εμφανίζονται ελληνότεροι των Ελλήνων.

  • Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρόμπερτ Μενέντεζ, ο οποίος διεκδικεί την επανεκλογή του στην πολιτεία Νιου Τζέρσεϊ. Είναι ο πολιτικός που ξεμπροστιάζει την Τουρκία για τα εγκλήματά της σε βάρος του Ελληνισμού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πρωτοβουλίες και οι παρεμβάσεις του απέτρεψαν τα χειρότερα για ζητήματα που αφορούσαν την Κύπρο, το Αιγαίο, το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων και τις θρησκευτικές ελευθερίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό λέει στην Ουάσιγκτον τα πράγματα με το όνομά τους: την κατοχή, κατοχή και το δίκαιο, δίκαιο.

Όταν τον Αύγουστο του 1995, μαζί με τα αδέλφια Τάσο και Τούλα Ζαμπά και τον ξάδερφό τους Στάθη Ζαμπά, επισκέφθηκε το σκλαβωμένο χωριό Πραστειό Μόρφου, όπου είχαν γεννηθεί οι τρεις προαναφερθέντες φίλοι του, αντίκρισε κατάματα το μέγεθος της παραβίασης του διεθνούς δικαίου και του αμερικανικού Συντάγματος.

«Δεν ρώτησα τι επιδιώκουμε στο πλαίσιο της διευθέτησης, αλλά αν τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στο βόρειο μέρος της Κύπρου και είναι ακόμα εκεί κατέχοντάς το» είπε στην υποψήφια Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Λευκωσία, Τζούντιθ Γκέιλ Γκάρμπερ, κατά την πρόσφατη κατάθεσή της στην επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, για να προσθέσει και τα ακόλουθα: «Αν δεν μπορούμε να αποδεχτούμε μία πραγματικότητα βασισμένη στα γεγονότα, τότε έχουμε πρόβλημα για το πως προχωρούμε».

  • Ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Μενέντεζ προηγείται στις δημοσκοπήσεις για την εκλογική αναμέτρηση στις ενδιάμεσες εκλογές. Αν, τυχόν, αυτή τη φορά δεν μπορέσει να επανεκλεγεί, η ήττα του θα είναι ταυτισμένη με μια μεγάλη ήττα της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και ειδικότερα του λεγόμενου «ελληνικού λόμπι».

Η καταγραφή σωρεία γεγονότων για τον θετικό ρόλο και τις αποφασιστικές παρεμβάσεις του αποδεικνύει ότι η παρουσία του στην αμερικανική Γερουσία αποτελεί σε υπολογίσιμο βαθμό «ασπίδα προστασίας» των ελληνικών δικαίων.

Οι λίγες μέρες που απομένουν έως την μάχη της 6ης Νοεμβρίου προσφέρονται στην Ομογένεια για να δώσει τη δική της μάχη για τις δικές της φωνές στην πολιτική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *