Η Ελλάδα χρειάζεται μια ελληνική στρατηγική, όχι ελλαδική

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φωτογραφία kathimerini.gr

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Έγραφα την περασμένη Κυριακή ότι η τουρκική επιθετική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και την Κύπρο, κλιμακώνεται επικίνδυνα τον τελευταίο καιρό. Κι αυτό παρά τις εσωτερικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το καθεστώς Ερντογάν, ειδικά στο χώρο της οικονομίας. Επανέρχομαι και σήμερα στα Ελληνοτουρκικά γιατί οι τελευταίες εξελίξεις στη Λιβύη δημιουργούν μια ακόμη πιο επικίνδυνη κατάσταση για την Ελλάδα και την Κύπρο. Στη Λιβύη, η Τουρκία πέτυχε μια σειρά από τακτικές νίκες απωθώντας τις δυνάμεις του Χαφτάρ εκτός της περιφέρειας της Τρίπολης. Το δε σημαντικότερο ίσως, κατέλαβε την αεροπορική βάση Αλ Γουατίγια, την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη στάθμευση τουρκικών μαχητικών αεροπλάνων. Το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γερμανία, ακόμη και η Ιταλία, φαίνεται να στηρίζουν την Άγκυρα στις επιχειρήσεις που διεξάγει στη Λιβύη. Διαφορετικά δεν εξηγείται η μη τήρηση του εμπάργκο που είχε αποφασιστεί από τη διάσκεψη του Βερολίνου και που επέτρεψε στην Τουρκία να μεταφέρει τεράστιες ποσότητες στρατιωτικού υλικού και μάχιμων μονάδων στη Λιβύη.  Άλλωστε το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γερμανία, θεωρούν την τουρκική δράση στη Λιβύη ως ανάχωμα στη ρωσική εκεί παρουσία.

Για την Ελλάδα, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η εδραίωση της Τουρκίας στη Λιβύη με ΝΑΤΟϊκή υποστήριξη θα οδηγήσει στη πραγματοποίηση  ερευνών στη λιβυκή έκταση της περιοχής που οριοθετήθηκε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο τον περασμένο Δεκέμβριο, απειλώντας την ελληνική ΑΟΖ στην περιοχή της Κρήτης. Επιπλέον, με δεδομένη την τουρκική παρουσία στην Αλβανία, η Ελλάδα θα βρεθεί περικυκλωμένη από τουρκικές ναυτικές δυνάμεις. Αυτό θα συμβεί με μια ναυτική και μια αεροπορική βάση στη Λιβύη και με τη ναυτική βάση Πασά-Λιμάν στον κόλπο του Αυλώνα στην Αλβανία. Καθώς η Αλβανία είναι σχεδόν υποτελής στην Τουρκία, ασφαλώς θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και αεροπορικές βάσεις σε αυτή τη χώρα. Η τουρκική πίεση θα γίνει επομένως αισθητή τόσο στο Ιόνιο όσο και στο νότιο Κρητικό Πέλαγος (Λιβυκό Πέλαγος). Αποδεικνύεται έτσι ότι η ναυτική στρατηγική της Άγκυρας αποδίδει αποτελέσματα, με τις ναυτικές της δυνάμεις να ενισχύονται καθημερινά, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με την Ελλάδα.

Όσον αφορά τη Ρωσία, επικρατεί μια κάποια σύγχυση για τη στάση της. Από τη μια έστειλε στη Λιβύη 14 μαχητικά αεροσκάφη και από την άλλη αποσύρει τους μισθοφόρους της από την περιοχή της Τρίπολης, καλώντας και σε συνομιλίες για την εξεύρεση κάποιου ειρηνικού συμβιβασμού. Οι πιο σοβαροί αναλυτές πάντως πιστεύουν ότι η Μόσχα θα ακολουθήσει σταδιακά στη Λιβύη την ίδια πολιτική που ακολούθησε στη Συρία. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πολιτικής, εκ των πραγμάτων θα υποχρεωθεί, όπως έκανε και στη Συρία,να περιορίσει τον ρόλο της Τουρκίας. Ρήξη όμως δεν θα υπάρξει. Είναι πολλά τα κοινά συμφέροντα. Το ουσιαστικό πάντως είναι ότι η Τουρκία έχει εδραιωθεί στη Λιβύη.

Παρακολουθώντας τις συζητήσεις στην Ελλάδα, διαπιστώνει κανείς ότι αυτοί που ηγούντο μέχρι πρόσφατα του ελληνικού ναυτικού παραδέχονται ότι το ισοζύγιο στις ναυτικές δυνάμεις ανατράπηκε υπέρ της Τουρκίας. Είναι η περίπτωση του μέχρι πρόσφατα Αρχηγού ΓΕΝ Νικολάου Τσούνη. Ο δε υφυπουργός Άμυνας και τέως αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Αλκιβιάδης Στεφανής, παραδέχτηκε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα στρατηγική αφού η στρατηγική κατευνασμού που εγκαινίασε ο Σημίτης στο Ελσίνκι κατέρρευσε προ πολλού. Στις συζητήσεις γίνεται λόγος για μια στρατηγική ανάσχεσης-αποτροπής με δύο πυλώνες, έναν στρατιωτικό και έναν διπλωματικό. Είναι παράδοξο βέβαια να το συζητά αυτό δημόσια ένας υφυπουργός Άμυνας και τέως Αρχηγός ΓΕΕΘΑ. Ποιος θα χαράξει αυτή τη νέα στρατηγική, αν όχι αυτός και η κυβέρνησή του;

Το άλλο ερώτημα βέβαια είναι αν μια τέτοια στρατηγική θα περιλαμβάνει και την  Ανατολική Μεσόγειο με την Κύπρο. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη ευνοεί μια στρατηγική που να καλύπτει μόνο τον ελλαδικό χώρο. Γίνεται αναφορά σε υπεράσπιση των εθνικών συνόρων, τουτέστιν των ελλαδικών, με επαναφορά του δόγματος η Κύπρος κείται μακράν. Νεκρανάσταση του παλιού «οίκαδε» που οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Σ΄αυτό ο Μητσοτάκης είναι πιστός μαθητής του Σημίτη που απέκοψε τη χώρα από τον φυσιολογικό της χώρο, την Ανατολική Μεσόγειο και γενικότερα τη Μέση Ανατολή. Γι΄αυτό και η Αθήνα τρέχει τώρα με τη Λιβύη και κανένας δεν την λαμβάνει στα σοβαρά υπόψη. Και είναι σίγουρο ότι σε μια μελλοντική διεθνή διάσκεψη για το μέλλον αυτής της χώρας, η μεν Τουρκία θα βρίσκεται στο τραπέζι με βαρύνοντα λόγο ενώ η Ελλάδα θα απουσιάζει. Κι όμως ήταν μια εποχή που ο Ανδρέας Παπανδρέου έφερνε στην Κρήτη τον Μιτεράν και τον Καντάφι και διαμεσολαβούσε για να λυθούν οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες.

Το βέβαιον πάντως είναι ότι αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική από το αθηναϊκό κράτος, η πολιτική του ελλαδισμού, πολιτική ζήτουλα και φτωχού συγγενή, με κάποιους στην Αθήνα να θεωρούν «βαρίδι» το Κυπριακό, θα οδηγηθεί η χώρα σε εθνικές περιπέτειες και στο Αιγαίο και στη Θράκη. Διότι όλοι οι σοβαροί αναλυτές, όλοι οι στρατιωτικοί με κάποια γνώση της στρατηγικής, μας λένε ότι η άμυνα της Ελλάδας, η γραμμή ανάσχεσης και αποτροπής, αρχίζει στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό θα διαπίστωναν και όλοι αυτοί οι μεταπράτες του ελλαδισμού αν μελετούσαν τι λένε οι Τούρκοι, οι στρατηγικοί τους αναλυτές, από τον Νιχάτ Ερίμ ώς τον Νταβούτογλου. Και πως οικοδομήθηκε η νέο-οθωμανική στρατηγική την οποία υιοθετούν Ισλαμιστές και Κεμαλιστές, πέρα από τις όποιες άλλες διαφορές τους. Η Ελλάδα χρειάζεται μια ελληνική στρατηγική, όχι ελλαδική.

 

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. stephanos.constantinides@gmail.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *