Η ελληνική διπλωματία στο γεωπολιτικό ναρκοπέδιο της Ανατολικής Μεσογείου

(ΞΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ) Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης (Α) συνομιλεί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τράμπ (Donald Trump) (Δ), σε συνάντηση που είχαν στον Λευκό Οίκο, στην Ουάσινγκτον, την Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020. Ο Πρωθυπουργός στην Ουάσινγκτον θα έχει συνάντηση με την ηγεσία του Atlantic Council ενώ θα συμμετάσχει και σε πάνελ με τον αντιπρόεδρο του Atlantic Council Damon Wilson. Ο Πρωθυπουργός θα συναντηθεί επίσης με τη Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) Kristalina Georgieva, στην έδρα του Ταμείου στην Ουάσινγκτον ενώ θα μεταβεί και στον Λευκό Οίκο όπου θα συναντηθεί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump. Μετά την κατ’ ιδίαν συνάντηση θα ακολουθήσει συνάντηση διευρυμένων αντιπροσωπειών. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι εντυπωσιακά περίπλοκο το διεθνές σκηνικό, στο οποίο καλείται η Αθήνα σήμερα να διαχειριστεί τις υποθέσεις εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας της χώρας με το βλέμμα στραμμένο στη Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή. Η ελληνική διπλωματία “συνομιλεί” σήμερα ευθέως ή και πλαγίως, από πολύ κοντά ή και σε απόσταση με μια σειρά χώρες εμπλεκόμενες σε επί μέρους καυτά προβλήματα. Βεβαίως, ο άμεσος γεωπολιτικός αντίπαλος της Ελλάδας –και αναγκαστικά πρώτος “συνομιλητής” της– είναι η επιτιθέμενη Τουρκία. Ο δε στενός στρατιωτικός σύμμαχος της χώρας μας είναι οι ΗΠΑ.

Όμως, η Αθήνα, αναπτύσσοντας, ή αποφεύγοντας σχέσεις στην εγγύς ή ευρύτερη περιοχή της, συνδέεται αναγκαστικά με τις υποθέσεις και άλλων χωρών, οι οποίες κινούνται σε διάφορα στρατόπεδα, με διαφορετικούς στρατηγικούς στόχους και μεγάλα ενεργειακά οικονομικά συμφέροντα. Έτσι, στη σημερινή διεθνή συγκυρία, η ελληνική διπλωματία γνωρίζει κατ’ αρχάς ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αρνηθεί τη στρατηγική της Ουάσινγκτον.

Αυτό ισχύει για τη Συρία, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο όπου μετέχει, μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία, σε συμμαχικό σχήμα –αμερικανικής στήριξης– με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Το στρατηγικό αυτό σχήμα έχει απέναντι του την Τουρκία, η οποία είναι στενός σύμμαχος με το Ιράν, που είναι σε σύγκρουση με το Ισραήλ και με τις ΗΠΑ, όπως έδειξε και η εξόντωση του Κασέμ Σουλεϊμανί. Το δε Ισραήλ οποίο με τη σειρά του συντάσσεται με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που έχουν το Κατάρ απέναντι.

Παραλλήλως, η Τουρκία υποστηρίζει τους απανταχού τζιχαντιστές και συνεργάζεται με το Κατάρ, το οποίο η Άγκυρα ενθαρρύνει να κάνει “γνωριμίες” και “δουλειές” με την Ελλάδα. Το κράτος αυτό, μαζί με τον Ερντογάν, στηρίζει στρατιωτικά και οικονομικά την ισλαμιστική κυβέρνηση της Τρίπολης στη διχασμένη Λιβύη, όπου η κυβέρνηση του (αμερικανικής υπηκοότητας) “κυνηγού” τζιχαντιστών, στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ στη Βεγγάζη υποστηρίζεται από την Αίγυπτο και τα Αραβικά Εμιράτα και διακριτικά από τι ΗΠΑ, ενώ έχει και την συμπάθεια της Μόσχας.

Ο εμφύλιος στη Λιβύη

Η Άγκυρα, που χρηματοδοτεί ένοπλες δυνάμεις τζιχαντιστών στη Λιβύη, κατηγορεί τον Χαλίφα Χάφταρ ότι είναι “μαριονέτα” της Ελλάδας και του Ισραήλ. Ο Ταγίπ Ερντογάν με την εκτός διεθνούς δικαίου συμφωνία του με την κυβέρνηση Σαράτζ “ένωσε” τις ΑΟΖ Λιβύης και Τουρκίας για να συρρικνώσει την ελληνική ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο. Για να ισχύσει αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει την ήττα του Χαλίφα Χάφταρ στον εμφύλιο της Λιβύης, αλλά οι δυνάμεις του Λίβυου στρατάρχη απειλούν να καταλάβουν την Τρίπολη και να ανατρέψουν δια των όπλων την εκεί εδρεύουσα αναγνωρισμένη κυβέρνηση Σαράτζ. Γι’ αυτό και αρχικά αρνήθηκε την πρόταση Πούτιν-Ερντογάν για κατάπαυση του πυρός, αν και στη συνέχεια, υπό την πίεση Ρώσων και Ευρωπαίων, αναγκάσθηκε να την αποδεχθεί.

Η Μόσχα, που στηρίζει τον Χαλίφα Χάφταρ, αλλά θέλει και να κρατήσει την Τουρκία κοντά της, ανέλαβε την ειρηνευτική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των συνομιλιών Πούτιν-Ερντογάν. Στόχος της Άγκυρας είναι να αποτρέψει την ανατροπή της κυβέρνησης Σαράτζ και γι’ αυτό, άλλωστε, έχει λάβει απόφαση και απειλεί να στείλει στρατό στη Λιβύη για να ανακόψει τις δυνάμεις του Χάφταρ. Σήμερα Κυριακή, πάντως, αναμένεται για μία ακόμα φορά στην Κωνσταντινούπολη ο Φαγιέζ Αλ Σαράτζ με σκοπό να λάβει εντολές από τον Ταγίπ Ερντογάν.

Σ’ αυτό το ρευστό σκηνικό, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς το πόσο δύσκολο είναι για την ελληνική εξωτερική πολιτική να κινείται σε πολλά μέτωπα και να παίρνει θέση σε περίπλοκες υποθέσεις, με δεδομένο ότι η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των κρατών που στέκουν απέναντι σε άλλη ομάδα κρατών στο πεδίο μίας μείζονος στρατηγικής αντιπαράθεσης στην Εγγύς Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο.

Η ελληνική διπλωματία σε συνεχείς καραμπόλες

Έτσι, λοιπόν, και τα ελληνοτουρκικά ζητήματα και το Κυπριακό εξελίσσονται, εξαρτώμενα και από συνεχείς καραμπόλες και κόλπα στη διεθνή σκηνή. Εξελίσσονται μέσα σ’ ένα πλέγμα εξαναγκασμών, το οποίο άλλωστε παραμένει πάντοτε το πεδίο άσκησης της υψηλής τέχνης που είναι η διπλωματία. Ας υπολογιστεί επιπλέον το γεγονός, ότι η (ακόμα νατοϊκή) Τουρκία κινείται επιθετικά με αντι-δυτικό πνεύμα σε πολλά ταμπλό ταυτοχρόνως.

Ο επηρμένος ισλαμιστής Ταγίπ Ερντογάν κινείται ως ηγέτης περιφερειακής δύναμης, υπερασπιστής του επεκτατικού δόγματος της “Γαλάζιας Πατρίδας” και “χαλίφης” των μουσουλμάνων των Βαλκανίων, της Δυτικής Ευρώπης έως και των ΗΠΑ! Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η δουλειά της ελληνικής διπλωματίας γίνεται εξαιρετικά δύσκολη πλέον.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, μετά και τις επαφές και τις ιδιαίτερες συζητήσεις που είχε στη Νέα Υόρκη το περασμένο φθινόπωρο και την επίσημη συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ πριν λίγες ημέρες, γνωρίζει τις παραμέτρους του τουρκικού ζητήματος. Κυρίως τώρα διαπίστωσε από πρώτο χέρι τις αντιλήψεις που διαμορφώνονται στην Ουάσινγκτον για την κατάσταση που υπάρχει, αλλά και για την κατάσταση που μπορεί να διαμορφωθεί στο προσεχές μέλλον στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα είναι υποχρεωμένη να κινηθεί χωρίς ψευδαισθήσεις και με σκοπό να ενισχύσει τις συμμαχίες της. Με δεδομένη την ακαμψία και τις πολεμικές απειλές της Τουρκίας, η Ελλάδα, ως χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, καλείται να βρει τρόπο να προστατεύσει τα εδάφη και τις θάλασσές της. Η τουρκική απειλή είναι εκπεφρασμένη και προσλαμβάνει έμπρακτη μορφή. Κατά συνέπεια, αντίστοιχος οφείλει να είναι και ο σχεδιασμός της Αθήνας.

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *