Η εξαγωγή στρατιωτικών drones ως εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής

Του ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΚΑΡΚΩΤΗ

Στις 24 Μαΐου ο Τούρκος πρόεδρος μαζί τον Πολωνό ομόλογο του (Andrzej Duda) έπειτα από συνάντηση που είχαν στην Άγκυρα ανακοίνωσαν σε κοινή συνέντευξη τύπου ότι η Πολωνία θα προχωρήσει στην αγορά 24 μη-επανδρωμένων αεροσκαφών στρατιωτικού τύπου (Bayraktar TB2) που κατασκευάζονται από την τουρκική ιδιωτική εταιρεία Baykar. Αυτή η εξέλιξη, πέρα από το αυτονόητο της περαιτέρω ενίσχυσης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, καθιστά την Πολωνία το πρώτο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. που θα αγοράσει αυτό τον εξοπλισμό από την Τουρκία. Αξίζει δε να αναφερθεί πως βάσει των διμερών συμφωνιών μεταξύ των δύο χωρών η Τουρκία θα αναπτύξει πολεμικά αεροσκάφη (F-16) στην Πολωνία στο πλαίσιο της νατοϊκής αποστολής για αστυνόμευση του βαλτικού εναέριου χώρου που στοχεύει στον περιορισμό των κινήσεων της Ρωσικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ο Πολωνός πρόεδρος ευχαριστώντας τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε την Τουρκία ως τον «ισχυρότερο σύμμαχο» της χώρας του στην περιοχή.

Τα τουρκικής προελεύσεως στρατιωτικά drones έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον διάφορων χωρών λόγω της αποτελεσματικής και επιτυχούς χρήσης τους σε διάφορες ένοπλες συρράξεις και εστίες σύγκρουσης. Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας το 2016 στη σύρραξη μεταξύ των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και Κούρδων μαχητών στα νότιο-ανατολικά της χώρας, καθώς επίσης και στις τουρκικές επιχειρήσεις εναντίον του PKK στο Ιράκ.

Εντούτοις, εκεί όπου κατάφεραν να αλλάξουν άρδην τις ισορροπίες και το ισοζύγιο ισχύος επί τους εδάφους ως game-changer είναι στις περιπτώσεις της Λιβύης, του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, καθώς και στην επαρχία Ιντλίμπ της Συρίας. Στην περίπτωση της Λιβύης η παροχή drones υπέρ των δυνάμεων Σαράτς είχε ως αποτέλεσμα την αναχαίτιση της προέλασης των δυνάμεων Χαφτάρ και τη συνακόλουθη οπισθοχώρηση τους, διαφυλάσσοντας τον έλεγχο της Τρίπολης υπέρ των δυνάμεων του πρώτου. Σε ο,τι αφορά τη διένεξη στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας τα τουρκικά drones διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην κατάληψη εδαφών από τις αζέρικες στρατιωτικές δυνάμεις και την υποχώρηση των αντίστοιχων αρμενικών. Επίσης, τουρκικά drones χρησιμοποιήθηκαν προς υπεράσπιση των λεγόμενων «αντικαθεστωτικών» ομάδων στην επαρχία Ιντλίμπ (όπου υπάρχει παρουσία Τούρκων στρατιωτικών, τουρκικών μυστικών υπηρεσιών κ.λπ.) επιφέρνοντας πλήγματα στο συριακό κυβερνητικό στρατό και διακόπτοντας -έστω προς το παρόν- την επέλαση του.

Σε αυτά τα δεδομένα είναι που ευελπιστεί η Ουκρανία να βασιστεί η οποία, ανάμεσα σε άλλα, αγόρασε το 2019 το σχετικό τουρκικό εξοπλισμό. Μετά από δύο χρόνια εκπαίδευσης τα εν λόγω μη-επανδρωμένα, οπλισμένα αεροσκάφη κατέστησαν έτοιμα προς λειτουργία πραγματοποιώντας τον προηγούμενο μήνα την πρώτη τους αποστολή στην περιοχή Ντονμπάς. Μάλιστα αυτή η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Τουρκίας – Ουκρανίας είναι ένα από τα πεδία αντιπαράθεσης που φέρνει εκ νέου «σύννεφα» στις ρωσοτουρκικές σχέσεις εν σχέσει με το Ουκρανικό ζήτημα που τελευταία αναζωοπυρώνεται. Πέρα από την Ουκρανία και άλλες χώρες όπως το Κατάρ, η Τυνησία κ.ά. έχουν ήδη προμηθευτεί με τουρκικά drones, ενώ άλλες εκδήλωσαν ενδιαφέρον.

Περαιτέρω, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει εκφράσει πρόθεση όχι μόνο για αγορά αυτών των συστημάτων αλλά και για μεταφορά τεχνογνωσίας από την τουρκική στρατιωτική βιομηχανία με στόχο να καταστεί το ίδιο παραγωγική δύναμη δημιουργίας δικού του προγράμματος μη-επανδρωμένων οπλισμένων αεροσκαφών. Τα βασικά πλεονεκτήματα των τουρκικών drones εδράζονται τόσο στο οικονομικό σκέλος αφού το κόστος τους είναι σχετικά χαμηλό, όσο και στην αποτελεσματικότητα που έχουν επιδείξει από τακτικής πλευράς. Για παράδειγμα το κόστος των αμερικανικής προέλευσης drones που χρησιμοποιεί το Η.Β. σήμερα ανέρχεται στα 20 εκατομμύρια δολάρια το ένα. Τα drones που θα παραληφθούν από την Τουρκία κοστίζουν, μαζί τον επιπλέον εξοπλισμό υλικοτεχνικής υποδομής, στα 2 εκατομμύρια δολάρια το ένα.

Το δέυτερο πλεονέκτημα που αφορά την επίτευξη των τακτικών στρατιωτικών σκοπών γίνεται εμφανές από τα αποτελέσματα στα πεδία των μαχών. Τα στρατιωτικά συστήματα που καταστράφηκαν από τουρκικά drones στη σύρραξη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ περιέλαμβαναν το αντιαεροπορικό/αντιπυραυλικό ρωσικό Pantsir καθώς και τα ρωσικά τεθωρακισμένα T-72 τα οποία κοστίζουν 13 και 20 εκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα. Συνεπώς, ο εν λόγω στρατιωτικός εξοπλισμός σταδιακά καθίσταται ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο για την Τουρκία, όχι μόνο για αμιγώς οικονομικούς-εμπορικούς σκοπούς, αλλά για τη συνολικότερη εκμετάλλευση του προς άσκηση επιρροής, ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων και δυνατότητα προβολής ισχύος σε περιφερειακό και όχι μόνο επίπεδο.

Ακόμη και κράτη με τα οποία η Τουρκία βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση όπως η Σαουδική Αραβία εξέφρασαν πρόθεση αγοράς των τουρκικών drones. Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε ένοπλη αντιπαράθεση με το -υποστηριζόμενο από το Ιράν- κίνημα Χούθις και το οποίο έχει καταφέρει τεράστια πλήγματα αξιοποιώντας τις αδυναμίες της σαουδαραβικής αεράμυνας. Η προμήθεια drones δύναται να αλλάξει το σκηνικό, και η Τουρκία είναι σε θέση να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία για να δημιουργήσει γέφυρες ακόμη και με περιφερειακούς της αντιπάλους. Βάσει των ανωτέρω το τουρκικό κράτος με στόχο να καταστεί κόμβος καινοτομίας και ανάπτυξης προηγμένης τεχνολογίας σε στρατιωτικό επίπεδο προσθέτει ακόμη ένα όπλο στη φαρέτρα της εξωτερικής πολιτικής του.

*Νομικού – Ερευνητή (LLB Law, LLM International Law)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *