Η γενοκτονία των Ποντίων: η νομική και ιστορική της διάσταση

H γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο έγκλημα της Τουρκίας στον 20ο αιώνα. Hellasjournal

Του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η επίσημη επέτειος που έχει ορισθεί από την ελληνική πολιτεία για τη γενοκτονία των Ποντίων, δηλαδή η 19η Μαΐου, ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ, επονομαζόμενος Ατατούρκ, αποβιβάστηκε στη Σαμσούντα, εγκαινιάζοντας επίσημα τις εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων του Πόντου, μας υπαγορεύει να εξετάσουμε τη γενοκτονία από νομική και ιστορική διάσταση σε δύο συνέχειες.

α. Νομική διάσταση

Η γενοκτονία (αγγλ. genocide, γαλλ. génocide, γερμ. Genozid) ως νομικός όρος δημιουργείται την 1η Νοεμβρίου του 1944 από τον Πολωνοεβραίο δικηγόρο Raphael Lamkin, ο οποίος στο βιβλίο του Axis Rule in Occupied Europe κατήγγειλε τα εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας κατά των Εβραίων στην κατεχόμενη Ευρώπη. Ως επίσημος νομικός όρος καθιερώνεται στη Σύμβαση της Γενεύης, της 9ης Δεκεμβρίου 1948 «Για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας» που τέθηκε σε ισχύ το 1951. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης αυτής, γενοκτονία συνιστούν οι παρακάτω περιγραφόμενες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τον ολικό ή μερικό αφανισμό μιας εθνικής ή φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας:

  1. Εγκλήματα κατά μελών της ομάδας.
  2. Προσβολές κατά της φυσικής ή πνευματικής ακεραιότητας των μελών της.
  3. Εκ προθέσεως υποβολή των μελών της ομάδας σε συνθήκες διαβίωσης που οδηγούν στην ολική ή μερική φυσική τους εξόντωση.
  4. Λήψη μέτρων παρεμπόδισης των γεννήσεων.
  5. Υποχρεωτική μεταφορά της ομάδας σε άλλη ομάδα για βαθμιαία απώλεια της φυλετικής ή θρησκευτικής συνείδησης.

Η γενοκτονία είτε διεξάγεται σε καιρό ειρήνης είτε σε καιρό πολέμου, αποτελεί διεθνές έγκλημα και δεν υπόκειται σε παραγραφή.

Παράλληλα προς τον όρο γενοκτονία χρησιμοποιείται και ο όρος εθνοκάθαρση, η οποία σύμφωνα με Επιτροπή του ΟΗΕ του 1993 ορίζεται ως η προσπάθεια δημιουργίας εθνικά ομοιογενών γεωγραφικά περιοχών μέσω βίαιου εκτοπισμού εθνικών ομάδων, καθώς και μέσω καταστροφής των ιδιαίτερων πολιτιστικών τους στοιχείων, όπως είναι τα αρχαία μνημεία, τόποι λατρείας, νεκροταφεία κ.τ.λ. Η εθνοκάθαρση δεν έχει καταστεί νομικός όρος του διεθνούς ποινικού δικαίου, αλλά είναι ένας γενικός όρος που περιγράφει ένα σύνολο εγκλημάτων, όπως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, γενοκτονία, που αποτελούν ενέργειες ποινικά επιλήψιμες και τιμωρητέες.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι έννοιες γενοκτονία και εθνοκάθαρση τέμνονται, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου. Καθαρή γενοκτονία αποτελεί η περίπτωση των διωγμών κατά των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, με την πιο ειδεχθή μορφή, αυτή της Endlösung (=τελικής λύσης, final solution), η οποία πρέπει να θυμίσουμε είχε ως πρότυπο τις τρεις γενοκτονίες που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι, Αρμενίων, Ποντίων και Ασσυρίων.

Ως έγκλημα πολέμου νοούνται οι παραβιάσεις των νόμων και εθίμων του πολέμου και ως τέτοιες λογίζονται οι φόνοι αμάχων ή ομήρων ή αιχμαλώτων, η κακομεταχείριση του πληθυσμού, των αιχμαλώτων ή των ναυαγών, η διαρπαγή δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, η καταστροφή πόλεων, κωμοπόλεων ή χωριών και η εν γένει ερήμωση περιοχών.

Ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ορίζεται κάθε πράξη προσβολής που στρέφεται κατά των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ελευθερίας, της ζωής προσώπου ή προσώπων για λόγους ένταξης σε συγκεκριμένη φυλετική, θρησκευτική ή ιδεολογική ομάδα, χωρίς να έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις ή και σε περίπτωση που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις η υπέρβαση στην απόδοση ποινής.

Ο ορισμός των εγκλημάτων πολέμου και κατά της ανθρωπότητας εισήχθη με τις Συμβάσεις της Γενεύης το 1929 (περί μεταχειρίσεως των αιχμαλώτων πολέμου) και κυρίως με τις τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης το 1949 (α. περί βελτιώσεως της τύχης των τραυματιών και ασθενών των εν εκστρατεία στρατευμάτων, β. περί βελτιώσεως της τύχης των ασθενών, ναυαγών των κατά θάλασσαν ενόπλων δυνάμεων, γ. περί μεταχειρίσεως των αιχμαλώτων πολέμου και δ. περί προστασίας αμάχου πληθυσμού εν καιρώ πολέμου).

Πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε την παρέμβαση του Ελβετού ανθρωπιστή και ιδρυτή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Ερρίκου Ντυνάν, ο οποίος με βάση τις εμπειρίες του στη μάχη του Σολφερίνο (1859) ανέλαβε την πρωτοβουλία για την υπογραφή της πρώτης Σύμβασης της Γενεύης από 12 κυβερνήσεις στις 22 Αυγούστου 1864 περί προστασίας του προσωπικού και του υγειονομικού υλικού και περί περισυλλογής και περίθαλψης αρρώστων ή τραυματιών ανεξαρτήτως χώρας προέλευσης. Με σύντονες προσπάθειες του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού υπεγράφησαν και οι δύο παραπάνω μνημονευθείσες Συμβάσεις της Γενεύης του 1929 και οι τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης το 1949.

Αν κανείς προβάλει εδώ την αντίρρηση ότι σύμφωνα με την αρχή του δικαίου nullum crimen, nulla poena sine lege δεν προκύπτει ποινική ευθύνη για τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων και για το ολοκαύτωμα των Εβραίων, αφού αυτά συνέβησαν πριν από τη θεσμοθέτηση ιδιωνύμου αδικήματος, τότε πρέπει να του υπενθυμίσουν ότι ήδη με μια σειρά συμβάσεων από τα μέσα του 19ου αιώνα επιχειρήθηκε η κωδικοποίηση των κανόνων πολέμου (Jus belli), σύμφωνα με τις ανθρωπιστικές αρχές. Αυτές οι συμβάσεις είναι:

α. οι Συμβάσεις των Παρισίων του 1856

β. οι Συμβάσεις της Γενεύης του 1864 και 1906 και

γ. οι Συμβάσεις της Χάγης του 1899 και 1907.

Η τελευταία από αυτές, του 1907 θεωρείται σημείο αναφοράς για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επομένως, ανεξαρτήτως της ορολογίας (γενοκτονία, εθνοκάθαρση κ.τ.λ.) οι επιμέρους και οι συνολικές πράξεις των Τούρκων κατά των Αρμενίων, κατά των Ποντίων -που υλοποιήθηκαν από τη δολοφονική τριάδα των πασάδων Ταλαάτ, Ενβέρ και Τζεμάλ, υπό την καθοδήγηση του γενικού επιθεωρητού του οθωμανικού στρατού και πασά, γερμανού στρατηγού Otto Liman von Sanders- καθώς και των Ναζί κατά των Εβραίων, στοιχειοθετούν στην ουσία τα συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα. Ο κύριος λόγος μάλιστα που οι Γερμανοί κατακτητές χαρακτήριζαν τους Έλληνες αντάρτες της Εθνικής Αντίστασης συμμορίτες και τις ομάδες αντίστασης συμμορίες (Banden και Banditen) ήταν για να αποφύγουν τις συνέπειες των συνθηκών αυτών. Ήταν δυστύχημα ότι την ορολογία αυτή περί συμμοριτών υιοθέτησαν στη συνέχεια και οι ακραίοι συντηρητικοί κύκλοι για να χαρακτηρίσουν την εμφύλια διαμάχη.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ίδρυση με τη Σύσκεψη της Ρώμης της 1ης Ιουλίου 2002 ενός Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (International Criminal Court) με έδρα τη Χάγη, στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα της γενοκτονίας, χωρίς να υπάρχει λόγος για σύσταση ad hoc ποινικών δικαστηρίων, όπως έγινε στην περίπτωση του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης και του δικαστηρίου του Τόκυο.

Καθηγητής Πανεπιστημίου
Πρόεδρος του Φ. Σ. ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *