Η «Ισλαμική Αυτονομία», ο Μακρόν και η ιστορία της Κύπρου

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του ΜΑΡΙΟΥ ΠΟΥΛΛΙΚΚΑ

Μέχρι τώρα, είχαμε συνηθίσει σε προειδοποιήσεις σχετιζόμενες με τη «ριζοσπαστικοποίηση Ευρωπαίων μουσουλμάνων». Μάθαμε δηλαδή να συνδέουμε τις διάφορες τρομοκρατικές ενέργειες εξτρεμιστών μουσουλμάνων σε Ευρωπαϊκές πόλεις, με την πρόθεση τους για αντίποινα ως απάντηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων των δυτικών σε μουσουλμανικές χώρες. Ο Γάλλος πρόεδρος γνωστοποίησε μία νέα μορφή απειλής, χρησιμοποιώντας τον όρο «Ισλαμική Αυτονομία».

Η αναφορά σε «Αυτονομία» ανοίγει ένα διαφορετικό κεφάλαιο, το οποίο βασίζεται σε μεγάλο όγκο πληροφοριών που συλλέγουν οι αστυνομικές αρχές ορισμένων Ευρωπαϊκών κρατών. Κυρίως χωρών με «γκετοποιημένες» μουσουλμανικές κοινότητες, όπως η Σουηδία, Φιλανδία, Γαλλία κ.α., οι οποίες παραδόξως είχαν εφαρμόσει για πολλά χρόνια, πολυδάπανα προγράμματα ενσωμάτωσης. Η ανάλυση των αιτιών της «μουσουλμανικής γκετοποίησης», αποκαλύπτει ανησυχητικά συμπεράσματα αφού παρόλο που οι κοινωνίες έδειχναν πρόθυμες να συμβιώσουν με το «νέο στοιχείο», οι «ηγεσίες» των μουσουλμάνων παρότρυναν συστηματικά τη συνάθροιση σε υποδειγμένες περιοχές. Πολλές φορές μάλιστα, φαίνεται πως η παρότρυνση φτάνει στα όρια του εξαναγκασμού. Υπάρχει δηλαδή εύλογη υποψία, πως η «γκετοποίηση» αφορά περισσότερο σε οργανωμένο σχέδιο, παρά σε λανθασμένη προσέγγιση των τοπικών κοινωνιών ή των αρχών του κράτους.

Το πλέον ανησυχητικό όμως στις περιπτώσεις των χωρών αυτών, είναι η εγκαθίδρυση μιας άτυπης «Διοίκησης» εντός των περιοχών που κατοικούνται αποκλειστικά από μουσουλμάνους. Οι πληροφορίες που εισρέουν συνεχώς στις αστυνομικές αρχές, αναφέρουν την εγκατάσταση ενός οργανωμένου δικτύου αστυνόμευσης, εκδίκασης υποθέσεων και επιβολής ποινών στους παραβάτες, με «νομικό πλαίσιο» τον Ισλαμικό Νόμο (sharia). Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, φαίνεται να έγινε και «ανεπίσημη» κρούση εκ μέρους των ηγετικών στελεχών αυτών των κοινοτήτων προς τις επίσημες αρχές του κράτους, για νομιμοποίηση του «δικαιώματος εφαρμογής του ισλαμικού νόμου εντός της κοινωνίας τους». Μια τέτοια εξέλιξη φυσικά, θα ήταν καταστροφική για τη συνοχή του ιδίου του κράτους αφού ο Ισλαμικός Νόμος είναι για τους μουσουλμάνους υπεράνω του Νομικού Πλαισίου, οποιαδήποτε κι αν είναι η χώρα που τους φιλοξενεί. Για παράδειγμα, υπάρχουν πληροφορίες πως στις κοινότητες αυτές διενεργήθηκαν τον περασμένο χρόνο, εκατοντάδες γάμοι ανήλικων κοριτσιών. Σύμφωνα με τα πρότυπα και το νομικό πλαίσιο μιας δυτικής κοινωνίας, κάτι τέτοιο απαγορεύεται και ο ενήλικας γαμπρός διώκεται ποινικά.

Είναι προφανές πως αν το κράτος είχε εγκρίνει το αίτημα στο «δικαίωμα εφαρμογής του ισλαμικού νόμου» σε αυτές τις κοινότητες, θα δημιουργούνταν μία αντίφαση όσον αφορά στην αντιμετώπιση ενός τέτοιου περιστατικού. Σύμφωνα με τους νόμους του κράτους ο γαμπρός θα έπρεπε να καταδικαστεί, ενώ σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο όχι. Θα είχε δημιουργηθεί δηλαδή, ένα παράλληλο νομικό σύστημα που θα συνέτρεχε μέσα στο κράτος, θα ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες του υφιστάμενου και οι αντικρουόμενες αποφάσεις θα οδηγούσαν την κοινωνία σε μια χαοτική κατάσταση. Τη λύση δεν θα μπορούσε να δώσει ούτε καν το εκάστοτε Ανώτατο Δικαστήριο, αφού η Sharia υπερέχει όλων των δομών απονομής δικαιοσύνης του δυτικού κόσμου.

Πέραν του πιο πάνω παραδείγματος, η γκάμα των πιθανών εγκλημάτων (σύμφωνα με το δυτικό νομικό πλαίσιο) είναι εμπλουτισμένη με σειρά αποτρόπαιων (για μας) πράξεων, οι οποίες θεωρούνται αποδεκτές ή και επιβεβλημένες από τον Ισλαμικό Νόμο. Σε αυτές δεν περιλαμβάνονται μόνο «συναινετικές» πράξεις όπως το πιο πάνω παράδειγμα, αλλά και πράξεις εξαναγκασμού ως αποτέλεσμα επιβολής ποινών λόγω «παραπτώματος» (από ακρωτηριασμούς μέχρι και εκτελέσεις για λόγους τιμής).

Το θέμα που προκύπτει ξεφεύγει ακόμη και από τα ευρύτερα πλαίσια των «διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων και εθίμων». Παύει να είναι θρησκευτικό και δεν εμπίπτει πλέον στο κεφαλαίο «ανεκτικότητα και αποδοχή των διαφορετικών θρησκειών ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης και των πολυπολιτισμικών σύγχρονων κοινωνιών». Η δημιουργία ξεχωριστών διοικήσεων, με δική τους αστυνόμευση και νομικό σύστημα, υποδηλώνει αποσχιστική ενέργεια. Το θέμα είναι πλέον «πολιτικό» και όχι «θρησκευτικό».

Η τάση προς αυτονόμηση φαίνεται να έχει αποκτήσει μίαν επικίνδυνη δυναμική ανάμεσα στις μουσουλμανικές κοινότητες ορισμένων Ευρωπαϊκών κρατών. Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια ραγδαίως αυξανόμενη διάθεση για ανυπακοή στις Αρχές του κράτους και μίαν ετοιμότητα υπεράσπισης μιας de facto εγκαθίδρυσης Ισλαμικού Νόμου στις μουσουλμανικές κοινότητες Ευρωπαϊκών χωρών.

Η «γκετοποίηση», η εφαρμογή ξεχωριστής διοίκησης και η αυτονόμηση χωρίς την πλήρη αποχώρηση από το κράτος (άρα συνεκμετάλλευση των όποιων ωφελημάτων παρέχει το κράτος), παρουσιάζει ομοιότητες με την εξέλιξη του «πολιτικού» status των Τ/Κ (1960-1964-ΔΔΟ). Η ρητορική περί «αδικημένων μουσουλμάνων» είναι επίσης πανομοιότυπη. Δεδομένης της ευκολίας με την οποία θα στιγματιστούν όσοι ασχοληθούν με το θέμα (ως «ξενοφοβικοί», «ισλαμοφοβικοί»), η αντιμετώπιση της απειλής απαιτεί προσεκτικούς χειρισμού. Η  «Ισλαμική Αυτονομία», θα αποτελέσει αιτία σοβαρής αναστάτωσης στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.