Η ισπανική γρίπη στην Κύπρο, 1918

Η Λευκωσία από το παρελθόν. Φωτογραφία Philenews

Του Πέτρου Παπαπολυβίου*

Όσα βιώνουμε τις τελευταίες βδομάδες με την επέλαση της επιδημίας του κορωνοϊού, σε έναν κόσμο που θεωρούσαμε απρόσβλητο από ανάλογους ξεχασμένους εφιάλτες, μας επιτρέπουν, εν μέσω «αυτοπεριορισμών» και γενικής ανησυχίας, να δούμε ορισμένα στοιχεία από το πέρασμα της ισπανικής γρίππης από το νησί μας, το 1918. Όσα θα διαβάσει ο αναγνώστης δεν θα περιορίσουν βεβαίως τους φόβους του, αλλά θα ανοίξουν, ελπίζουμε, ένα μικρό παράθυρο στην κατανόηση της ιστορίας των επιδημιών, στο να αναλογιστούμε τι αλλάζει και τι παραμένει αναλλοίωτο.

  • Η «ισπανική γρίπη» ήταν η πιο φοβερή πανδημία του περασμένου αιώνα, μία από τις χειρότερες στην ιστορία, με θύματα που πλησιάζουν τα είκοσι εκατομμύρια νεκρούς, σύμφωνα με τους πιο μέτριους υπολογισμούς. Ξέσπασε κατά τους τελευταίους μήνες του Μεγάλου Πολέμου, το 1918, και εξαπλώθηκε με τρομακτικούς ρυθμούς σε όλο τον πλανήτη. Ειδικά για την Ευρώπη, που πάσχιζε να κλείσει τις πληγές της από τον καταστρεπτικό πόλεμο, η επιδημία ήταν εξαιρετικά επώδυνη, αφού μέσα σε ελάχιστους μήνες είχε πολλαπλάσια θύματα από την τετραετή ανθρωποσφαγή. Μάλιστα, ανάμεσα στα θύματα πολλοί ήταν επιζήσαντες στρατιώτες του Πολέμου.

Στην Κύπρο, η εντύπωση που σχηματίζει ο ερευνητής μελετώντας τις πηγές της εποχής είναι ότι η γρίπη του 1918 δεν έγινε το βασικό θέμα της επικαιρότητας. Οι νοοτροπίες ήταν εντελώς διαφορετικές, οι συνθήκες υγιεινής, ειδικά του αγροτικού πληθυσμού, ήταν στα ίδια άθλια επίπεδα από τον Μεσαίωνα, η βρεφική και παιδική θνησιμότητα στην ύπαιθρο παρέμενε σε εφιαλτικά υψηλά επίπεδα. Η μοιρολατρία κυριαρχούσε, και η πλειονότητα των Κυπρίων αποδεχόταν καρτερικά τα «θανατικά», χωρίς να προσμένει βελτίωση της διαβίωσης, τουλάχιστον στον επίγειο κόσμο.

Παρά τους χαμηλούς τόνους, όμως, οι επιπτώσεις και η ανησυχία μπορούν να εντοπιστούν. Στη Λάρνακα, όπου ο δήμαρχος ήταν γιατρός (Φίλιος Ζαννέτος) εκδόθηκε καθησυχαστική ανακοίνωση (Νοέμβριος 1918) για την προστασία των πολιτών. Τονιζόταν ότι η επιδημία «παρ’ ημίν δεν εξεδηλώθη εισέτι με πολύ κακόν χαρακτήρα, αλλά θύματά τινα αριθμούνται ήδη». Οι πάσχοντες καλούνταν «να πτύωσιν εις επί τούτο δοχεία πλήρη αντισηπτικού τινός υγρού, να μη δέχωνται δε συγγενικάς ή φιλικάς επισκέψεις, οι δε οικείοι να λαμβάνωσιν όσας προφυλάξεις υποδεικνύει η επιστήμη». Η ανακοίνωση, που πρότεινε αντισηπτικές εισπνοές (από γλυκερίνη με ιώδιο, ή «κοινόν έλαιον μετά φαινικού οξέος») ή «γαργαρισμούς δι’ οξυγονούχου ύδατος», κατονόμαζε ως ομάδες «υψηλού κινδύνου» τους ασθενείς, τους ηλικιωμένους και τους αλκοολικούς… Στη Λευκωσία, τον Δεκέμβριο του 1918, ο γιατρός Νικόλαος Δέρβης έδωσε διάλεξη στην «Αγάπη του Λαού», «Περί του επιδημικού κατάρρου (γρίπης)», που δημοσιεύθηκε στον «Κυπριακό Φύλακα», ενώ ο Κερυνειώτης συνάδελφός του, Σπύρος Κ. Χαραλαμπίδης, δημοσίευσε τις δικές του εμπειρίες από την επιδημία στην επαρχία του, στη «Φωνή της Κύπρου», με τίτλο «Αποτελεσματική θεραπεία της γρίππης».

  • Τα σχολεία των πόλεων πήραν ανάλογα μέτρα προστασίας: Στην Πάφο έκλεισε προληπτικά το Ημιγυμνάσιο τον Νοέμβριο, στη Λάρνακα αποφασίστηκε «προς προφύλαξιν από της γρίππης» να ανοίγουν τα σχολεία μία ώρα αργότερα και, στη Λευκωσία, οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γυμνασίου και του Παρθεναγωγείου που επέστρεψαν από τα χωριά τους, μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων του 1918, υποχρεώθηκαν να παραμείνουν «αποκλεισμένοι» για τέσσερις μέρες, «προς προφύλαξιν του άλλου μαθητικού κόσμου από της γρίππης»…

Ανάμεσα στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, ίσως και σε αυτούς που μετέφεραν τη γρίπη στην Κύπρο, ήταν οι απολυόμενοι «μουλάρηδες» του μακεδονικού μετώπου. Αρκετοί από τους Κύπριους αποβιώσαντες ημιονηγούς που είναι θαμμένοι στη Μακεδονία πέθαναν από τη γρίπη. Ως προς τα εδώ θύματα, στην πόλη της Λευκωσίας, η πρώτη έξαρση σημειώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1918 και επαναλήφθηκε σφοδρότερη δύο μήνες αργότερα, χωρίς να αφήσει απρόσβλητη καμιά οικογένεια. Τα κρούσματα όμως, ήταν, επί το πλείστον, όπως θα λέγαμε σήμερα, «ήπιας μορφής». Δεν έλειψαν βέβαια οι θάνατοι: Μόνο τον Δεκέμβριο του 1918 δύο στις Κεντρικές Φυλακές (όπου καταγράφηκαν 200 κρούσματα) και άλλοι δύο στην πόλη. Και δεν ήταν οι μόνοι. Τον ίδιο μήνα, στα Περβόλια της Λάρνακας μέσα σε δύο βδομάδες απεβίωσαν 14 άνθρωποι. Ένα δημοσίευμα της «Φωνής της Κύπρου» (15/28 Δεκεμβρίου 1918) καταγράφει με φρίκη τον «θερισμόν εις ανθρώπινα πλάσματα». Η τελική αποτίμηση γίνεται, όμως, με μια μακάβρια ψυχρότητα, για τα δικά μας, σημερινά, μέτρα: «Οι περισσότεροι εκ της επιδημίας ταύτης θάνατοι επισυνέβησαν εν τοις διαμερίσμασι Καρπασίας, Ορεινής, Σολέας και Πιτσιλιάς, όπου καθ’ εκάστην σχεδόν ημέραν σημειούνται θανατηφόρα κρούσματα. Εν τισί των διαμερισμάτων τούτων οικογένειαί τινες εθρήνησαν την απώλειαν τεσσάρων και πέντε μελών των».

Θα μπορούσε το σημερινό άρθρο να κλείσει με το πώς αντιμετώπισε η λαϊκή ελληνική σοφία την επιδημία του 1918: Με σκόρδο, ούζο, μπόλικο φαγητό (στα πλούσια αστικά σπίτια), με ζεστό γάλα… Όμως είμαστε στο 2020. Ας συμμορφωθούμε στα μέτρα που εξαγγέλλονται κι ας παραμείνουμε ψύχραιμοι.

*Αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

www.papapolyviou.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *