Η ιστορία επαναλαμβάνεται, 2004 και 2017: Ούτε τότε υπήρχε εναλλακτική στρατηγική ή  σχέδιο Β,  ούτε τώρα  

FILE PHOTO. Στιγμυότυπο από τις συναντήσεις που είχαν στη Γενεύη Ιανουάριο του 2017 ο Πρόεδρος Αναστασιάδης με τον ηγέτη των τ/κ Μουσταφά Ακιντζί. ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Η ιστορία επαναλαμβάνεται; Έτσι φαίνεται. Στη Νέα Υόρκη, τον Φεβρουάριο του 2004, παρά την προηγηθείσα ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου, η ελληνική κυπριακή πλευρά αποδέχθηκε χρονοδιαγράμματα, επιδιαιτησία και δημοψηφίσματα χωρίς προηγούμενη συμφωνία.

Τώρα, και πάλι στη Νέα Υόρκη, παρά τις προηγούμενες κατηγορηματικές δηλώσεις, και μάλιστα «διαγγελματικές» του Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι δεν θα δεχθεί μια νέα πενταμερή, αν δεν υπάρξει κατάληξη στο κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων ή έστω αν δεν συζητηθούν και βρεθούμε σε ακτίνα συμφωνίας, αποδέχθηκε την «ανάγκη επανασύγκλησής της» με μια αόριστη και γενικού χαρακτήρα διατύπωση ότι θα συζητηθεί η διεθνής πτυχή «ως ζωτικής σημασίας για τη λύση». 

Και στα πλαίσια χρονοδιαγράμματος, εντός Ιουνίου. Αλλά και με συγκεκαλυμμένη επιδιαιτησία, αφού ο κ. Άιντα θα συντάξει «κοινό έγγραφο».

Σε ό,τι δε αφορά τη σύνθεση της Διάσκεψης, εξακολουθεί να θεωρείται δεδομένη η απουσία των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Ε.Ε. θα παρευρίσκεται με καθεστώς παρατηρητή σύμφωνα με τη δήλωση Γκουτέρες, ενώ θα συμμετέχουν οι δύο πλευρές χωρίς θεσμοθετημένη τη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά προγράμματα της Κυπριακής Δημοκρατίας με ορόσημο τον Ιούλιο, είναι προφανές ότι θα επικρεμάται ως «δαμόκλειος σπάθη» επί της πλευράς μας, στη Διάσκεψη του Ιουνίου, η απειλή μέτρων από την Τουρκία όπως αυτολεξεί προειδοποίησε ο Τσαβούσογλου κατά την τελευταία παράνομη επίσκεψή του στην Κύπρο.

Όπως και το 2004, το επιχείρημα ήταν ότι δεν πρέπει να αντιπαρατεθούμε με το Γ.Γ. του ΟΗΕ, έτσι και αυτή τη φορά, η υπαναχώρηση είχε τα ίδια ελατήρια. Ο φόβος και η αμηχανία ότι δήθεν θα βρεθούμε σε σύγκρουση με τη Διεθνή Κοινότητα και τον Διεθνή Οργανισμό, αν επιμείνουμε στις θέσεις μας, διαδικαστικές και ουσιαστικές. Όμως αυτή η πρακτική αποδεδειγμένα οδηγεί σε περιπέτειες και πολύ χειρότερες και ζημιογόνες συνέπειες.

Όπως συνέβη και το 2004, όταν ο κυπριακός Ελληνισμός βρέθηκε προ του τραγικού διλήμματος να απορρίψει ένα σχέδιο άδικο και ετεροβαρές. Με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί, άδικα βέβαια, θύελλα αντιδράσεων διεθνώς και εντός Ε.Ε. γι’ αυτή την καθ΄ όλα θεμιτή απόφαση των Ελλήνων Κυπρίων.

Αυτό που δεν μπορέσαμε να κατανοήσουμε για 44 ολόκληρα χρόνια είναι ότι με τις παλινωδίες και τις δολιχοδρομήσεις, στο όνομα επίδειξης δήθεν καλής θέλησης, οδηγούμαστε σε πολύ χειρότερη θέση, από εκείνη στην οποία θα βρισκόμασταν αν επιμέναμε σε θέσεις αρχών.

Πλήρως, άλλωστε, συμβατές με το Διεθνές Δίκαιο και τα συναφή ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας περί Κύπρου.

Δυστυχώς το «δις εξαμαρτείν» αποδεικνύεται προσφιλής πρακτική. Και το «ανεπίδεκτοι μαθήσεως», εθιστική συμπεριφορά και συνήθεια.

Σημείωση: Όπως και τον Φεβρουάριο του 2004 δεν υπήρχε εναλλακτική στρατηγική, αντιπρόταση ή σχέδιο «Β» , έτσι και τώρα. Συρθήκαμε ως «άβουλοι και μοιραίοι» και γίνεται προσπάθεια εξωραϊσμού της υπαναχώρησης με δικολαβίστικου χαρακτήρα επιχειρήματα.

*Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *