Η ιστορία της Βαρβάρας σαν μυθιστόρημα: Μια Αμερικανίδα, που βίωσε την τραγωδία της Κύπρου και το φασισμό  

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Το τελευταίο της ταξίδι στην Κύπρο ήταν το 2017. Με κλονισμένη την υγεία της, αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να φθάσει στην Κύπρο, που τόσο αγάπησε αλλά και τόσο την πλήγωσε. Η Βαρβάρα Μπελ, η Βαρβάρα Δώρου Λοΐζου, έφυγε από τη ζωή στο Michigan της Αμερικής όπου ζούσε τα τελευταία 46 χρόνια. Για ένα τραγικό γεγονός, τη δολοφονία του συζύγου της, του Δώρου Λοΐζου, η ζωή της ταυτίστηκε με την Κύπρο, με τα πέτρινα χρόνια της ιστορίας της και τη μεγάλη της τραγωδία.

Όταν τη συνάντησα για συνέντευξη, η συνομιλία μας κράτησε πολύ ώρα. Πολλές φορές, όταν διηγείτο τη δολοφονική επίθεση, που δέχθηκαν στις 30 Αυγούστου 1974 από τους ανθρώπους της ΕΟΚΑ Β, άρχισε να κλαίει και να σιγομουρμουρίζει «ο Δώρος μου… τον σκότωσαν». «Κατάστρεψαν το όμορφο του πρόσωπο», επαναλάμβανε πολλές φορές κλαίγοντας. Θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια τη στιγμή, που το αυτοκίνητο είχε εισέλθει στη γέφυρα Κάννιγος, όταν δέχθηκαν τους πυροβολισμούς. Ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο οποίος καθόταν στις πίσω θέσεις τραυματίσθηκε, το ίδιο και η ίδια ενώ ο Δώρος δεχόμενος καταιγιστικά πυρά έγειρε προς το μέρος της βαριά τραυματισμένος, ενώ το αυτοκίνητο προχώρησε λίγα μέτρα ακυβέρνητο και σταμάτησε. Η ίδια θυμάται πως δεν αντιλήφτηκε εκείνη τη στιγμή πως ο Δώρος είχε πεθάνει. Το αίμα του, θυμάται, είχε κυλήσει πάνω της, γέμισαν τα ρούχα της. Εκείνη τη σκηνή την κουβαλούσε έκτοτε μαζί της, εφιάλτης ζωής. Ήταν μια εικόνα που καμία λήθη δεν μπορούσε να την σβήσει. Οι σκηνές εκείνες περνούσαν ξανά και ξανά μπροστά της. Αυτό το αντιλαμβανόταν ο καθένας όταν κουβέντιαζε μαζί της. Οι δολοφόνοι, ο Δώρος δίπλας της. Ο Λυσσαρίδης να τη ρωτά για τον Δώρο. Εκείνες οι στιγμές στριφογύριζαν στο μυαλό της, τις επαναλάμβανε συνεχώς.

Η Βαρβάρα έλεγε συνεχώς το όνομα ενός από τους δολοφόνους, το είχε πει και τότε, το έλεγε έκτοτε συνεχώς. Αυτός και δύο ακόμη, τουλάχιστον, που κατονομάσθηκαν δεν κατηγορήθηκαν ποτέ από το κυπριακό κράτος. Έκτοτε κυκλοφορούν ελεύθεροι και ατιμώρητοι. Τον ένα από αυτούς, εκείνον που Βαρβάρα κατονόμασε, τον είδε ο Δώρος το προηγούμενο βράδυ από το παράθυρο του διαμερίσματός τους. Ήταν στον δρόμο, καθόταν σε αυτοκίνητο και τους παρακολουθούσε.  Στο διαμέρισμα ήταν και ο Λυσσαρίδης και μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος, που διανυκτέρευσαν εκεί για λόγους ασφαλείας. Η ίδια θα αναφέρει στη συνέντευξή της στο «Φιλελεύθερο» πως ο Δώρος είχε προαισθανθεί τον θάνατό του.  Το έλεγε και το προηγούμενο βράδυ. Σύμφωνα με μαρτυρία της, ο Δώρος εκείνο το πρωί της 30ής Αυγούστου 1974, σιγοτραγουδούσε το «Ήταν πρωί τ΄ Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή… σκότωσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί». Τι ειρωνεία! Τραγουδούσε για το γελαστό παιδί που σκότωσαν οι εχθροί. Το «Γελαστό παιδί» του Μίκη Θεοδωράκη αναφερόταν σε ένα επαναστάτη από την Ιρλανδία, τον Μάικλ Κόλινς και τους στίχους έγραψε ο επίσης Ιρλανδός ποιητής, Μπρένταν Μπέχαμ.

Η ιστορία της Βαρβάρας σαν μυθιστόρημα. Μια Αμερικανίδα υπήκοος, που γνώρισε ένα Κύπριο στον «χορό της Παρασκευής» του πανεπιστημίου το 1971, που την ρωτούσε για τη Χιλή και την Παλαιστίνη, έφτιαξαν από την αρχή μια στέρεα σχέση. Επτά μήνες μετά τη γνωριμία, τον Οκτώβριο του 1971, παντρεύτηκαν στη Βοστώνη. Η Βαρβάρα αποφάσισε να τον ακολουθήσει στην πατρίδα του. Ίσως πριν γνωρίσει τον Δώρο να μην ήξερε πολλά για την Κύπρο, ενδεχομένως και καθόλου. Πήρε μια απόφαση ζωής, να φύγει από την πατρίδα της και να ακολουθήσει τον αγαπημένο της στη δική του πατρίδα. Ήταν μια απόφαση ζωής, η οποία τη σημάδεψε, κατά τραγικό τρόπο, για πάντα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *