Οι λόγοι που επιτάσσουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος

FILE PHOTO: Διαδηλωτής συμμετέχει σε συγκέντρωση απόρριψης του σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό. ΑΠΕ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Του Γεώργιου Οικονόμου Οι πολιτικοί και τα κόμματα απανταχού της γης αποφεύγουν να παραδεχθούν δημοσίως ότι μία απόφαση ή πράξη τους που έχει συνέπειες για την κοινωνία ήταν λανθασμένη, ουδέποτε δε θα ζητήσουν συγγνώμη. Μπορεί να απολογηθεί ένας πολιτικός για την προσωπική συμπεριφορά του αν αποκαλυφθεί, όμως τις δημόσιες ενέργειές του θα τις υπερασπισθεί μέχρι θανάτου.

Όταν εδημοσιεύθη η έκθεση για τον πόλεμο του Ιράκ (Chilcot Report), ο Tony Blair εξέφρασε τη λύπη του για «λάθη που έγιναν», δεν ένιωσε όμως μεταμέλεια και μέχρι σήμερα διατείνεται ότι ο πόλεμος ήταν αναγκαίος.

Ακόμη και ψηφοφόροι που αργότερα εστράφησαν εναντίον του σπανίως ακούγονται να έχουν μετανιώσει που τον είχαν ψηφίσει. Δεν ήταν δικό τους λάθος η κατοπινή του συμπεριφορά. Τους εξαπάτησε. Η αγανάκτηση των ψηφοφόρων για τη συμπεριφορά των πολιτικών εκφράζεται στις εκλογές.

Μήπως τα δημοψηφίσματα διαφέρουν; Όταν οι πολιτικοί αποφασίζουν να θέσουν το ερώτημα στους ψηφοφόρους, αντί να αποφασίσουν οι ίδιοι, δεν θέτουν απλώς όρια στη δικαιοδοσία τους. Θέτουν όρια στην ενοχή τους. Σε αντίθεση με την προκήρυξη εκλογών όπου η απόφαση είναι αποκλειστικά δική τους και επομένως είναι υπεύθυνοι για τις συνέπειες, το δημοψήφισμα είναι η ετυμηγορία των ψηφοφόρων και οι πολιτικοί έχουν υποχρέωση να την εφαρμόσουν.

Για να έχει νόημα ένα δημοψήφισμα και να αποτυπώσει τη θέληση του λαού, πρέπει απαραιτήτως να υπάρχει πλήρης ενημέρωση εφ’ όλων των πτυχών του αντικειμένου.

Καλόν είναι να υπάρξει και η δυνατότητα που θα επιτρέψει στους ψηφοφόρους να ξανασκεφτούν το διακύβευμα και να επανεξετάσουν την αρχική απόφαση, κυρίως όταν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι οριακό και το αντικείμενο δεν έχει καθολική αποδοχή. Γιατί να μην υπάρξει ένα δεύτερο δημοψήφισμα είτε για να επιβεβαιώσει είτε να αντιστρέψει το αποτέλεσμα του πρώτου; Το να έχει δεύτερες σκέψεις είναι η ουσία της δημοκρατίας. Είναι αυτό που διατηρεί τους ηττημένους στο παιγνίδι.

Δεν υπάρχει κάτι ριζικά αντίθετο ενός δεύτερου δημοψηφίσματος επί ενός θέματος σπουδαίας εμβέλειας. Σε ορισμένα κράτη γίνονται δημοψηφίσματα σε δύο στάδια, όπου επικρατεί η ιδέα ότι ο λαός ψηφίζει «στα γρήγορα» και αργότερα ενδεχομένως να το μετανιώσει.

Στη Νέα Ζηλανδία το 1992-1993 έγινε δημοψήφισμα δύο δόσεων πάνω σε αλλαγή του συστήματος ψηφοφορίας: πρώτα, το ερώτημα ήταν κατά πόσον οι ψηφοφόροι θα προτιμούσαν ένα διαφορετικό σύστημα και αν ναι, ποιο, και το δεύτερο, μετά ένα χρόνο, κατά πόσο ήσαν ευχαριστημένοι με την αρχική απόφαση. Είκοσι χρόνια μετά οι ψηφοφόροι ερωτήθηκαν και πάλιν αν εξακολουθούν να είναι ευχαριστημένοι με την απόφαση του 1993. Η αρχική απόφαση ενεκρίθη με μεγαλύτερη πλειοψηφία.

Δυστυχώς για πολλούς λόγους η διαδικασία αυτή δεν μπορούσε να ακολουθηθεί για το Brexit. Δεν υπάρχει δικαίωμα επιστροφής στην προ δημοψηφίσματος κατάσταση. Η νέα συμφωνία υπόκειται σε διαπραγματεύσεις με τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ και εξαρτάται από το αποτέλεσμά τους. Οι Βρετανοί δεν είναι οι τελικά αποφασίζοντες και το δημοψήφισμα δεν καθόρισε τους επί μέρους όρους. Εψήφισαν για να ξεκινήσει μία διαδικασία επί της οποίας οι ψηφοφόροι δεν έχουν τον τελικό έλεγχο. Ένα δεύτερο δημοψήφισμα δεν θα ήταν ικανό να επαναφέρει την πρότερη κατάσταση.

Εκείνο που διαφοροποιεί το δημοψήφισμα από τις εκλογές είναι ότι τα πολιτικά κόμματα δεν είναι άμεσα ενδιαφερόμενα. Στις εκλογές τα κόμματα που θέλουν να έχουν ρεαλιστικές ελπίδες επικράτησης πρέπει γενικώς να είναι προσεκτικά στις εξαγγελίες τους γιατί αλλιώς οι άδειες υποσχέσεις θα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Σε πιο σωστή βάση από το Brexit έγινε το δημοψήφισμα στη Γαλλία το 2005 για την έγκριση του Συντάγματος της ΕΕ. Ολόκληρο το κείμενο είχε δημοσιευθεί, υπήρξε πλήρης ενημέρωση και η ψήφος ήταν θέμα επιλογής. Τελικώς η πλειοψηφία το απέρριψε.

Ένα άλλο δημοψήφισμα που διεξήχθη στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας για το δικαίωμα στην έκτρωση το μεν 2002 απερρίφθη με μικρή πλειοψηφία, το δε 2018, που επανελήφθη, ενεκρίθη με 64%.

Το 2004  έγινε στην Κύπρο δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν. Παρόλο που εδημοσιοποιήθη μερικές ημέρες πριν από την ημερομηνία του δημοψηφίσματος, εν τούτοις οι πλείστες πρόνοιες ήταν γνωστές και εσχολιάσθηκαν εκτενώς. Ο κυπριακός λαός το απέρριψε παρόλη τη συνηγορία υπέρ του Σχεδίου των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της Κύπρου.

Επειδή η απόφαση για την απόρριψη του δημοψηφίσματος ήταν απόφαση του κυπριακού λαού, δεν επηρέασε τη δημοφιλία των κομμάτων που το εστήριξαν, τα οποία σε μεταγενέστερες εκλογικές αναμετρήσεις επανήλθαν και εκυβέρνησαν.

Μοναδικό παράδειγμα αμέσου αναστροφής δημοψηφίσματος από κυβερνών κόμμα είναι το ελληνικό δημοψήφισμα του 2016. Η άρνηση της Ευρώπης να αποδεχθεί το αποτέλεσμα και η πανικόβλητη υποχώρηση της Κυβέρνησης κατέστησαν την Ελλάδα εσαεί όμηρο της Ευρώπης.

  • Δικηγόρος, Αθήνα

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *