Η λύση του εφικτού, του ανέφικτου και το ανεπιθύμητο

File PHOTO: Διαδηλωτές συμμετέχουν σε συγκέντρωση απόρριψης του σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό. ΑΠΕ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Του ΙΑΚΩΒΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ*

Το Κυπριακό υπάρχει ως πρόβλημα από τότε που τα διεθνή συμφέροντα έγιναν πιο σημαντικά από τα «θέλω» του γηγενούς πληθυσμού και ξεκίνησαν να καθορίζουν την τύχη του νησιού.

  • Όταν το 2004 οι Ελληνοκύπριοι απέρριπταν το Σχέδιο Ανάν, η διεθνής κοινή γνώμη εξάντλησε την αυστηρότητά της. Αρκετές ήταν οι φωνές και τα άρθρα που καταφέρθηκαν εναντίον του τότε Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου επειδή τάχθηκε εναντίον του σχεδίου.

Αυτό που «επιμελώς» βγήκε προς τα έξω από τα διεθνή fora ήταν πως οι Ελληνοκύπριοι ήταν απρόθυμοι να δεχτούν ένα σχέδιο όπου λίγο–πολύ έπρεπε να μοιραστούν την εξουσία. Αλλά απέτυχαν να αναγνωρίσουν ότι το σχέδιο ακύρωνε τη σύσταση του πληθυσμού —ως ένα βαθμό με αντιδημοκρατικό τρόπο διχοτομικών τάσεων— και εδραίωνε την τουρκική παρουσία στην Κύπρο.

Ενώ το σχέδιο προέβλεπε λύση ομοσπονδίας βάσει του ελβετικού μοντέλου, υπήρχαν πολλές «αμφιλεγόμενες προτάσεις» που αν ερμηνεύονταν σωστά γινόταν κατανοητό ότι στερούσαν από την ελληνοκυπριακή πλευρά βασικά της δικαιώματα. Βασική πρόνοια του σχεδίου ήταν η «παρθενογένεση» της «Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας». Ουσιαστικά, αυτό θα σήμαινε το τέλος της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας και την εξίσωσή της με την τουρκοκυπριακή διοίκηση που τελεί υπό κατοχή και κατά παράβαση των Διεθνών Κανόνων Δικαίου.

Συν τοις άλλοις, τα θέματα ιδιοκτησίας δεν παρέμεναν απλά άλυτα, αλλά δεδομένου ότι οι δύο συνιστώσες πολιτείες (η ελληνοκυπριακή και η τουρκοκυπριακή) θα συνεισέφεραν στο ταμείο της νεοσύστατης δημοκρατίας ανάλογα με την οικονομική τους δύναμη, θα σήμαινε πως οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες που δεν θα επέστρεφαν θα αποζημίωναν τους εαυτούς τους. Οι δε έποικοι αποκτούσαν καθεστώς νομιμότητας, ενώ βασικές ελευθερίες ήταν σαφώς περιορισμένες έως ανύπαρκτες, λόγω της ανάγκης προστασίας της αριθμητικά μικρότερης κοινότητας — που διασφαλιζόταν ούτως ή άλλως από τη διχοτομική φύση του σχεδίου.

Όσον αφορά την Τουρκία, αυτή εξακολουθούσε να έχει επεμβατικά δικαιώματα μέσω της «Συνθήκης Εγγυήσεως» που θα παρέμενε σε ισχύ. Ενώ δηλαδή η ιδέα του σχεδίου ήταν μία ομοσπονδία «ελβετικού τύπου», βάσει των προνοιών του σχεδίου οι δύο κοινότητες είχαν πιο πολλά να τις χωρίζουν παρά να τις ενώνουν. Τέτοιου είδους περιορισμοί δεν υπάρχουν στο ελβετικό μοντέλο, αφού τα 26 καντόνια και ημικαντόνια δεν έχουν ρητές διαχωριστικές γραμμές όπως θα ίσχυε με το Σχέδιο Ανάν (δες και το άρθρο του Moulakis, «Power-Standing and Its Discontents», όπως και το βιβλίο των Coufoudakis και Kyriakides, «The Case Against the Annan Plan»).

Ωστόσο, αυτό που επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι σε ποιες από τις πιο πάνω θέσεις είναι πρόθυμη η τουρκική πλεύρα να κάνει υποχωρήσεις. Η Τουρκία πατά σε κάποιες σταθερές γραμμές και δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Κι αυτό δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Επί παραδείγματι, να αναφέρουμε την έκθεση του μεσολαβητή του ΟΗΕ, Γκάλο Πλάζα, το 1965, όπου εξηγούνται οι τουρκικές βλέψεις περί διχοτόμησης, ανταλλαγής πληθυσμού και «διαχωριστικών γραμμών» στη βάση ομοσπονδίας.

  • Για τους Ελληνοκύπριους, το Κυπριακό είναι πρόβλημα κατοχής. Για την Τουρκία όμως είναι ζήτημα επεκτατισμού. Το πιο επικίνδυνο είναι πως με την ψυχρο-πολιτική σκοπιά της Δύσης, η Τουρκία είναι ένας ισχυρός σύμμαχος που δεν πρέπει να πέσει στις αγκάλες της Ρωσίας που πάντα καραδοκεί. Οι όποιες «διευθετήσεις» πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως που να μην προκαλούν ρήγματα στις σχέσεις Τουρκίας–Δύσης.

Όταν το 1987 επιτροπή του βρετανικού Κοινοβουλίου μελετούσε την υπόθεση της Κύπρου, κατέληξαν πως οι Αμερικάνοι σκέφτονται πρωτίστως με γνώμονα τη διατήρηση των καλών τους σχέσεων με την Τουρκία (δες O’ Malley & Craig, «The Cyprus Conspiracy», σ. 229). Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος ο Kissinger χαρακτήρισε στα απομνημονεύματά του την Τουρκία ως ένα «στρατηγικώς απαραίτητο σύμμαχο» («strategically in dispensableally», δες «Years of Renewal», σ. 192).

*Καθηγητής Βυζαντινών & Νεοελληνικών Σπουδών

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *