Η μαύρη επέτειος της 11ης Σεπτεμβρίου, ο τουρκικός ισλαμοφασισμός και η ηθική ευθύνη της Αμερικής

Λουλούδια και η αμερικανική σημαία για τους νεκρούς των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Ρο στιγμιότυπο είναι από το “σημείο Μηδέν” στη Νέα Υόρκη. EPA, MIKE SEGAR, POOL

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Είκοσι χρόνια μετά, η Νέα Υόρκη είχε την ίδια ηλιόλουστη μέρα. Λες και οι χιλιάδες αθώες ψυχές που χάθηκαν εκείνο το πρωινό της Τρίτης, επιμένουν να λάμπουν σαν τα αστέρια στον καθάριο ουρανό της πόλης.

Πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια και η τρομοκρατία παραμένει υπαρκτός κίνδυνος για την ανθρωπότητα, η οποία απέτυχε παταγωδώς για να αναζητήσει και να αντιμετωπίσει τις γενεσιουργές αιτίες της.

Η θριαμβευτική επάνοδος του σκοταδιστικού τζιχαντιστικού κινήματος των Ταλιμπάν αποτελεί το «επιστέγασμα» του λεγόμενου «Πολέμου κατά της τρομοκρατίας», που είχε κηρύξει ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους και σημαδεύτηκε με τους δυο χαμένους πολέμους σε Αφγανιστάν (Οκτώβριο 2001 έως Αύγουστο 2021) και Ιράκ (Μάρτιο 2003 έως Δεκέμβριο 2011).

Πέρα από τις εκατοντάδες χιλιάδες ζωές που χάθηκαν, τα τρισεκατομμύρια δολάρια και ευρώ που ξοδεύτηκαν, τις στρατιές των προσφύγων και τις εμφύλιες συρράξεις που ακολούθησαν, οι τρομοκρατικές οργανώσεις εξακολουθούν να δρουν και να σκορπούν τον θάνατο στις χώρες τους, αποτελώντας απειλή για ολόκληρο τον κόσμο.

Για να ερευνηθούν όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 είχε δημιουργηθεί στις ΗΠΑ μια Εθνική Δικομματική Επιτροπή στις 27 Νοεμβρίου 2002. Η τελική έκθεση της Επιτροπής εκδόθηκε στις 22 Ιουλίου 2004 και κυκλοφόρησε σε ογκώδες βιβλίο.

Οι μαρτυρίες, οι πληροφορίες, τα στοιχεία και οι αποκαλύψεις που περιέχονται σ’ αυτό το βιβλίο συμπυκνώνουν μια συγκλονιστική, αληθινή ιστορία, που, στην ουσία καταρρίπτει και διάφορα σενάρια συνομωσίας.

Όπως σημείωσαν ενδεικτικά τα μέλη της Επιτροπής, είχαν εξετάσει περισσότερες από 2,5 εκατομμύρια σελίδες εγγράφων και πήραν συνεντεύξεις από 1.200 άτομα σε δέκα χώρες.

«Επιδιώξαμε να είμαστε ανεξάρτητοι, αμερόληπτοι, εμπεριστατωμένοι και μη κομματικοί» τόνισαν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι «από την αρχή, δεσμευτήκαμε να μοιραστούμε όσο μπορούμε την έρευνά μας με τον Αμερικανικό λαό. Ο στόχος μας δεν ήταν να αποδώσουμε ατομικές ευθύνες. Ο στόχος μας ήταν να δώσουμε τον πληρέστερο δυνατό απολογισμό των γεγονότων γύρω από την 11η Σεπτεμβρίου και να εξάγουμε τα σωστά διδάγματα».

Τέλος, υπογράμμισαν εμφατικά: «Το έθνος μας ήταν απροετοίμαστο».

Μια τόσο ειλικρινής ομολογία!

Με την πάροδο του χρόνου όμως, αποδείχθηκε ότι αυτή η γενναία διαπίστωση δεν αξιοποιήθηκε στις πραγματικές διαστάσεις της ώστε να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός διαφορετικού τοπίου για την αμερικανική πολιτική, εντός και εκτός της χώρας.

Δηλαδή, για μια πολιτική που να στηρίζεται κυρίως στην ανάγκη αντιμετώπισης των ορατών παραγόντων και κινδύνων που συντείνουν καταλυτικά στην ενίσχυση των οπαδών και των μεθόδων της ισλαμιστικής τρομοκρατίας.

Και ένας τέτοιος υπαρκτός κίνδυνος είναι το ισλαμοφασιστικό καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία, το οποίο έχει αποδείξει επανειλημμένως, με συγκεκριμένες επιλογές και πρακτικές, ότι αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο των Ταλιμπάν, της Αλ Κάιντα, του Ισλαμικού Κράτους και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων.

Η σουλτανική μεγαλομανία του Ερντογάν δεν έχει όρια και εκδηλώνεται διαρκώς και σε διαφορετικά επίπεδα: από το Αιγαίο έως την Αφρική, από την Κύπρο έως τα βάθη της Ασίας, από τη Μαύρη Θάλασσα έως την καρδιά της Ευρώπης. Συνήθισε να απειλεί, να εκβιάζει και να κερδοσκοπεί γιατί βρήκε πρόσφορο έδαφος στη διεθνή κοινότητα.

Την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ονειρεύεται και ο εγκάθετός του στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, ο Ερσίν Τατάρ, ο οποίος σε προχθεσινή ομιλία του σε συμπόσιο στη Σμύρνη είπε ότι «οι πρόγονοί μας κυβέρνησαν την Κύπρο για περισσότερα από 300 χρόνια», ισχυριζόμενος επίσης ότι «η Κύπρος είναι εντελώς δική μας και θα πρέπει να μεταβιβαστεί στο Οθωμανικό Κράτος ή την διάδοχό του Τουρκία».

Είκοσι χρόνια λοιπόν μετά την ισλαμιστική βαρβαρότητα που εκδηλώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια σε ευρωπαϊκές χώρες, ο νεο-σουλτανισμός της Άγκυρας δεν απειλεί μόνο τον Ελληνισμό, αλλά όλο τον ελεύθερο κόσμο, τις αξίες της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Η 20χρονη μαύρη επέτειος της 11ης Σεπτεμβρίου θυμίζει και διδάσκει πολλά, τόσο για την αρρωστημένη φιλοσοφία των τζιχαντιστών, όσο και για αρκετά από τα γενεσιουργά αίτιά της, τα οποία οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, η Ρωσία και η Κίνα συνεχίζουν να τα αντιμετωπίζουν με βάση συμφεροντολογικές σκοπιμότητες και όχι με γνώμονα την ανθρώπινη ζωή και τη διεθνή ασφάλεια.

Μέσα σε αυτή την ευρεία εγκληματική πολιτική τακτική συμπεριλαμβάνεται και η ανοχή που επιδεικνύεται απέναντι στον τουρκικό ισλαμοφασισμό.

Επομένως, τιμώντας τα θύματα της 11ης Σεπτεμβρίου, η Αμερική έχει ηθική ευθύνη να μη λησμονεί ποιες χώρες και ποια καθεστώτα συνεχίζουν να τροφοδοτούν (με ιδέες, χρήματα και όπλα) τρομοκρατικές οργανώσεις και μοναχικούς λύκους που ετοιμάζονται να αφαιρέσουν τις ζωές αθώων ανθρώπων και να προκαλέσουν νέες τραγωδίες.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *