Η Μέρκελ παραμένει απαράδεκτη έναντι Ελλάδας και Κύπρου: Προσφέρει κάθε στήριξη στο ισλαμοφασιστικό καθεστώς Ερντογάν

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν με τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ στον Λευκό Οίκο. 15 Ιουλίου 2021. EPA, Doug Mills. POOL

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Για δεκαετίες, στον ελληνικό χώρο επικράτησε η αντίληψη ότι ο τουρκικός επεκτατισμός στηρίζεται στη βοήθεια ή την ανοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Και, φυσικά, υπήρξαν πολιτικές και γεγονότα που επιβεβαίωναν αυτή τη θέση, όπως το διπλό έγκλημα στην Κύπρο το 1974, με στόχο τη διχοτόμηση του νησιού.

Δεν ήταν όμως μόνο οι ΗΠΑ, που, στο παρελθόν «έβαλαν πλάτη» στις τουρκικές επεκτατικές βλέψεις εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και άλλες δυνάμεις, ακολουθώντας διαφορετικές στρατηγικές.

Τα τελευταία χρόνια, την πρωτοκαθεδρία στήριξης της Τουρκίας και μάλιστα του ισλαμοφασιστικού καθεστώτος Ερντογάν φαίνεται ότι ανέλαβε η Γερμανία, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζεται και ο ρόλος της Μόσχας προς αυτή την κατεύθυνση. Από την στιγμή όμως, που, η Ελλάδα και η Κύπρος είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να περιμένουν από τη Ρωσία να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματά τους.

Ο Τζο Μπάιντεν και η Άνγκελα Μέρκελ δεσμεύτηκαν την Πέμπτη να συνεργαστούν ενάντια στη «ρωσική επιθετικότητα» και τις «αντιδημοκρατικές ενέργειες» της Κίνας. Για την προκλητικότητα της Τουρκίας όμως δεν έκαναν καμία αναφορά.

  • Αντιθέτως, σύμφωνα με γερμανικά ΜΜΕ, η κ. Μέρκελ προθυμοποιήθηκε να διαμεσολαβήσει για να ολοκληρωθεί η συμφωνία Ουάσιγκτον – Άγκυρας για τον έλεγχο του αεροδρομίου της Καμπούλ από τα τουρκικά στρατεύματα, αλλά και για άλλα ζητήματα που αφορούν τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τον «σημαντικό ρόλο» της Τουρκίας.

Η Γερμανίδα Καγκελάριος αφού επέβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την πολιτική μη επιβολής κυρώσεων κατά της Τουρκίας, τώρα προσπαθεί να πείσει την αμερικανική ηγεσία να πράξει το ίδιο, όσον αφορά τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί για το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400 και να αποφευχθεί κάθε είδους τιμωρία στην Άγκυρα.

Τελικά, αποδεικνύεται ότι η Γερμανία αποτελεί πλέον τον ισχυρότερο σύμμαχο όχι μόνο της Τουρκίας, αλλά και της Ρωσίας και της Κίνας, όπου και στις τρεις αυτές χώρες (παρά τις μικρές και μεγάλες διαφορές που έχουν στον τρόπο άσκησης της εξουσίας) δεσπόζουν αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης και επιδεικνύεται επιθετική συμπεριφορά έναντι των γειτόνων τους.

Εν τω μεταξύ, την ίδια στιγμή, διαφαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν στο σημείο είτε να υποχωρούν είτε να βάζουν νερό στο κρασί τους σε ορισμένα θέματα που αφορούν τα στρατηγικά συμφέροντά τους, καθώς και σοβαρά ζητήματα εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, της Συνθήκης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακολουθώντας την πάγια τακτική «δύο μέτρα και δυο σταθμά».

Για παράδειγμα, ανεξάρτητα από το γεγονός αν ήταν μία ρεαλιστική ή ουτοπιστική προσέγγιση (αφού το έργο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί), ο Τζο Μπάιντεν (προεκλογικά και μετεκλογικά) τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης κατασκευής του ρωσογερμανικού αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Nord Stream 2, υποστηρίζοντας (όπως και ο προκάτοχός του) ότι ο αγωγός θα οδηγήσει σε υπερβολική εξάρτηση της Ευρώπης από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους. Την ίδια ανησυχία έχουν εκφράσει επανειλημμένα και οι ηγεσίες αρκετών ευρωπαϊκών χωρών.

Το Βερολίνο όχι μόνο αγνόησε τους πάντες (παρά τα όσα καταλογίζονται στον Βλαντιμίρ Πούτιν για αντιδημοκρατική και προκλητική συμπεριφορά εντός και εκτός της χώρας του), αλλά αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι κατάφερε να μεταπείσει την Ουάσιγκτον στο θέμα του αγωγού και ενδεχομένως και για άλλα θέματα.

Κατά την κοινή συνέντευξή Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός ηγέτης ανέφερε ότι επανέλαβε τις ανησυχίες του για τον αγωγό Nord Stream 2, που κατασκευάζεται κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα, προσθέτοντας απλά ότι η Γερμανίδα Καγκελάριος συμφωνεί μαζί του ότι η Ρωσία δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την ενέργεια ως μέσο για τον έλεγχο της Ευρώπης και ως όπλο για να εκφοβίσει γειτονικές χώρες.

  • Όσον αφορά την Κίνα, ο πρόεδρος Μπάιντεν τόνισε ότι και «οι δύο χώρες (ΗΠΑ – Γερμανία) θα υπερασπιστούν τις δημοκρατικές αρχές και τα οικουμενικά δικαιώματα όταν βλέπουν την Κίνα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα να εργάζεται για να υπονομεύσει μια ελεύθερη και ανοιχτή κοινωνία».

Όπως όμως και στην περίπτωση της Ρωσίας, το Βερολίνο θέτοντας πάνω απ’ όλα τις επιδιώξεις των γερμανικών κολοσσών και τη γερμανική οικονομία (για πέντε συνεχή χρόνια, η Κίνα παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας), παραμέρισε κάθε ζήτημα που αφορά το αυταρχικό καθεστώς του Πεκίνου.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, κι ενώ η κινεζική ηγεσία επέβαλε συσκότιση για την προέλευση του κορωνοϊού (αρνούμενη μέχρι σήμερα να δώσει τα αρχικά στοιχεία του ξεσπάσματος της πανδημίας, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας), η Ευρωπαϊκή Ένωση (επί γερμανικής προεδρίας) κατέληξε σε συνολική συμφωνία με το Πεκίνο για τις επενδύσεις.

Εκτός από την «ανήθική πλευρά» της συμφωνίας, που, συνδέεται με την κατάργηση του κράτους δικαίου, αλλά και επειδή επιτεύχθηκε σε μια περίοδο που η Ευρώπη και ολάκερη η ανθρωπότητα δοκιμάζεται σκληρά από τις σαρωτικές επιπτώσεις της πανδημίας, με εκατομμύρια νεκρούς και ασθενείς και με πιθανές ευθύνες του Πεκίνου (σ.σ. γι’ αυτό απαιτείται να πραγματοποιηθεί διεθνής, ανεξάρτητη έρευνα, με πλήρη πρόσβαση σε στοιχεία και δείγματα στην Κίνα), τίθεται και ένα άλλο ζήτημα που αφορά την ΕΕ και τις ΗΠΑ.

Αυτή η συμφωνία ΕΕ – Κίνας επιτεύχθηκε πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ο Τζο Μπάιντεν, με αποτέλεσμα η κινεζική ηγεσία να καταφέρει, σε κάποιο βαθμό, να δημιουργήσει περαιτέρω χάσμα μεταξύ ΗΠΑ – ΕΕ και να προκαταλάβει τα όσα ενδεχομένως σχεδίαζε ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου για την αντιμετώπιση της «κινεζικής επέλασης».

Τέλος, σε σχέση με τη γερμανική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι το Βερολίνο πρόσφερε πλήρη στήριξη στον Ερντογάν, καθορίζοντας την πολιτική της ΕΕ έναντι της Τουρκίας για μια σειρά ζητημάτων, όπως: το προσφυγικό, η κατάσταση στη Λιβύη (άφησε έξω από την διάσκεψη την Ελλάδα), η τουρκική κατοχή στην Κύπρο, η νέα άλωση της Αμμοχώστου και οι τουρκικές παράνομες ενέργειες σε κυπριακή ΑΟΖ, Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο.

Η κ. Μέρκελ αναφέρεται συνεχώς στην ανάγκη διασφάλισης των «στρατηγικών δεσμών» της χώρας της με την Τουρκία, επειδή και οι δυο χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ, όπως υποστηρίζει. Αλλά, δεν επιδεικνύει το ίδιο πάθος και την ίδια συμμαχική αλληλεγγύη για τους «στρατηγικούς δεσμούς» Γερμανίας – Ελλάδας, αφού και οι δυο χώρες δεν είναι μόνο μέλη του ΝΑΤΟ, αλλά και μέλη της ΕΕ.

  • Αντιθέτως, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο για να επιβληθούν τα άθλια μνημόνια που οδήγησαν στη φτώχεια και την εξαθλίωση μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού.

Η πιο πρόσφατη προκλητική ενέργεια της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας είναι η απόφασή της να πωλήσει έξι υποβρύχια στην Τουρκία, παρά το αίτημα της Αθήνας να παγώσει το πρόγραμμα κατασκευής τους, ακολουθώντας τις ΗΠΑ, οι οποίες ακύρωσαν το πρόγραμμα F-35 προς την Τουρκία λόγω της αγοράς από τη Ρωσία του συστήματος S-400.

Για την Κύπρο, η κ. Μέρκελ, λόγω και των προσωπικών βιωμάτων που είχε στη μοιρασμένη χώρα της, θα έπρεπε ως κορυφαία ηγέτης της Ευρώπης να πρωτοστατούσε όχι για την ανταμοιβή του εγκληματία και κατακτητή, αλλά για το γκρέμισμα του τείχους της ντροπής.

Δυστυχώς, παραμένει απαράδεκτη!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *