Η μετά-Ερντογάν εποχή χωρίς εκπλήξεις: Η εκβιαστική ρητορική του νεοσουλτάνου, οι δέκα πρεσβευτές και η τουρκική επεκτατική πολιτική

Ο ισλαμιστής πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν και μπροστά του ο όχλος. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Μπροστά στο ενδεχόμενο σοβαρών οικονομικών συνεπειών, πολιτικής αστάθειας και ολικής ρήξης με το ΝΑΤΟ, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναγκάστηκε την περασμένη Δευτέρα να υπαναχωρήσει από την απειλή του για απέλαση δέκα πρεσβευτών δυτικών χωρών. Στις περισσότερες αναλύσεις σε αμερικανικά ΜΜΕ διατυπώθηκε η άποψη ότι μπορεί να είχε στόχο τους Τούρκους ψηφοφόρους, παρουσιάζοντας την εξέλιξη ως «τουρκική νίκη», αλλά τελικά έπληξε ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία της χώρας του και ανάδειξε ξανά τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του.

Ο συγκεκριμένος ακραίος εκβιασμός του θεωρήθηκε ως η μεγαλύτερη αναμέτρηση με τους δυτικούς συμμάχους της Τουρκίας από τότε που ανέλαβε την εξουσία. Οι δέκα πρεσβευτές (ΗΠΑ, Γαλλίας, Γερμανίας, Καναδά, Δανίας, Ολλανδίας, Νορβηγίας, Σουηδίας, Φινλανδίας και Νέας Ζηλανδίας) είχαν ζητήσει την απελευθέρωση του αντιφρονούντα επιχειρηματία Οσμάν Καβαλά, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή για τέσσερα χρόνια με την κατηγορία ότι υποκίνησε τις διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης το 2013 και το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Με το τέλος αυτής της κρίσης δεν φαίνεται να έχει τελειώσει το ζήτημα Καβαλά. Αντιθέτως, θα συνεχίσει να αποτελεί πρόβλημα στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση. Σύμφωνα με σχετικές δημοσκοπήσεις, τα τελευταία χρόνια, λόγω της απειλητικής ρητορικής του νεοσουλτάνου, η πλειοψηφία των Τούρκων πολιτών θεωρεί ως βασικούς εχθρούς τις ΗΠΑ και την ΕΕ, ενώ καταγράφεται σαφής στροφή της Άγκυρας προς τον εξτρεμισμό.

Πάντως, λόγω των αρνητικών εξελίξεων στην τουρκική οικονομία, της συνεχούς πτώσης των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος, της ενίσχυσης του συνασπισμού της αντιπολίτευσης, της «διπλωματικής απομόνωσης» της Άγκυρας και κυρίως των ολοένα αυξανόμενων στοιχείων που παραπέμπουν σε προβλήματα υγείας του Ταγίπ Ερντογάν, δεξαμενές σκέψης και αναλυτές στις ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι φτάνει το τέλος της εποχής του. Παράλληλα όμως επισημαίνουν ότι το αυταρχικό και συνάμα διεφθαρμένο καθεστώς του θα προσπαθήσει με κάθε αντιδημοκρατικό τρόπο να παραμείνει στην εξουσία. «Μόνο κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας θα μπορούσε να τον αναγκάσει σε αποχώρηση, αλλιώς έχει εκδηλώσει αντιδημοκρατικές συμπεριφορές που υποδηλώνουν ότι μπορεί να μη σεβαστεί τους θεσμούς» σημειώθηκε χαρακτηριστικά στην «Ουάσιγκτον Ποστ».

Με βάση τις δημοσκοπήσεις, είναι η πρώτη φορά που υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ηττηθεί στις εκλογές του 2023 και πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν θα καθήσει με σταυρωμένα χέρια, περιμένοντας την πτώση. Στο εσωτερικό της χώρας του έχει ήδη δημιουργήσει την υποδομή και τους μηχανισμούς για να γαντζωθεί στην εξουσία. Επίσης, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επιχειρήσει να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τα πραγματικά προβλήματα της τουρκικής κοινωνίας και θα γίνει ακόμη πιο επιθετικός στην περιοχή.

Στην Άγκυρα συνεχίζουν να θεωρούν ως «αδύναμους κρίκους» την Κύπρο και την Ελλάδα. Αυτό διαπιστώνεται και από τις θρασύτατες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων. Ένας από τους πιθανότερους διαδόχους του (σε περίπτωση αποχώρησης του Ερντογάν για λόγους υγείας), ο υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ, εμφανίστηκε πρόσφατα προκλητικότατος. Αμφισβήτησε την κυριαρχία των ελληνικών νησιών, ζήτησε την αποστρατιωτικοποίησή τους και προανήγγειλε νέες (παράνομες) έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, στο λεγόμενο αντιπολιτευτικό μέτωπο που διαμορφώνεται στην Τουρκία συμμετέχουν κόμματα και πολιτικοί που έχουν πιο ακραίες ισλαμιστικές, εθνικιστικές και επεκτατικές θέσεις, ενώ ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, είχε υποστηρίξει σε παλαιότερη ομιλία του ότι «τα νησιά του Αιγαίου, κάτω από τη μύτη μας, είναι υπό την κατοχή του ελληνικού στρατού».

Επομένως, διαφαίνεται από τώρα ότι όταν θα έρθει η μετά-Ερντογάν εποχή δεν αναμένονται ουσιαστικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική και στη συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι γειτονικών κρατών της, ειδικότερα της Κύπρου και της Ελλάδας. Μπορεί η τουρκική επιθετικότητα των τελευταίων χρόνων να συνδέεται σε κάποιο βαθμό με τις προσωπικές φιλοδοξίες και τα συμφέροντα του Ερντογάν, καθώς και με τους νεοθωμανικούς οραματισμούς του, αλλά στην ουσία έχει ως ιδεολογικό υπόβαθρο τις πάγιες τουρκικές επεκτατικές βλέψεις. Είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Η Τουρκία όχι μόνο δεν σεβάστηκε ποτέ τις διεθνείς συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο, αλλά ουδέποτε συμφιλιώθηκε με την ιστορία της.

Όσον αφορά το Κυπριακό, δεν υπήρξαν στον παρελθόν εκπλήξεις και είναι δύσκολο να υπάρξουν στο μέλλον σε σχέση με μια πιθανή προοπτική για ουσιαστική στροφή της Άγκυρας προς αναζήτηση λύσεων στη βάση του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του Δικαίου της Θάλασσας. Η δημιουργία ψευδαισθήσεων και αυταπατών όπως ήταν ανώφελη και παραπλανητική κατά την περίοδο της εξουσίας του Ερντογάν, έτσι θα είναι και μετά την πτώση του καθεστώτος του, όποτε συμβεί. Η τουρκική απειλή δεν θα εκλείψει, αλλά μπορεί να υπάρξει διαφορετική μεθοδολογία, ειδικά αν η Άγκυρα «επιστρέψει», κατά κάποιο τρόπο, στο δυτικό στρατόπεδο και βελτιωθούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Καμία τουρκική ηγεσία δεν θα θελήσει να επιδείξει σεβασμό στα κυριαρχικά δικαιώματα, στην εδαφική ακεραιότητα και στην ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου, αν δεν αναγκαστεί να το πράξει μέσα από συνθήκες που θα μπορούσαν να της επιφέρουν μεγάλο κόστος.

 Το τέλος θα έρθει από τους Κούρδους;

Η μεγάλη σύγκρουση της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενδεχομένως να μην είναι τελικά η αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400 ούτε και οι τουρκικές επεκτατικές βλέψεις από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Καύκασο. Σύμφωνα με ανάλυση του Brookings Institution, το τέλος της αμερικανοτουρκικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης ενδέχεται να έρθει λόγω των Κούρδων. Ο Ερντογάν απειλεί και πάλι ότι θα εξαπολύσει άλλη μια στρατιωτική επίθεση σε περιοχές της Συρίας που διοικούνται από το κουρδικό στοιχείο. Η παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Συρία, εκτιμάται ότι έβαλε την Τουρκία στην «αντίθετη πλευρά» των αμερικανικών συμφερόντων και ότι οι τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις πλήττουν την εκστρατεία για την ήττα του Ισλαμικού Κράτους, θέτουν σε κίνδυνο τους αμάχους, υπονομεύουν τη σταθερότητα στην περιοχή και εξακολουθούν να αποτελούν μια ασυνήθιστη απειλή για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *