Η νέα πορεία του Brexit και η Κύπρος

Η Βρετανική βάση στο Ακρωτήρι. Φωτογραφία Philenews

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΑ*

Οι εξελίξεις στο Βρετανικό Κοινοβούλιο θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε ένα νέο γύρο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συντριπτική απόρριψη του Προσχεδίου Συμφωνίας για Έξοδο και η ταυτόχρονη παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση Μέι, μπορεί και πρέπει να θεωρηθούν ως δύο γεγονότα τα οποία σκιαγραφούν την τακτική που θα ακολουθήσει η Βρετανική Κυβέρνηση στην πορεία υλοποίησης της βούλησης των πολιτών της χώρας για αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως εκφράστηκε στο δημοψήφισμά την 23η Ιουνίου 2016. Με άλλα λόγια, η Βρετανική Κυβέρνηση θα παρουσιαστεί με μια δέσμη νέων θέσεων, οι οποίες θα εκφράζουν τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Κράτη Μέλη της δεν μπορούν να αρνηθούν ένα νέο γύρο διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων. Η δημοκρατική επιταγή που έλαβε η Κυβέρνηση Μέι είναι σαφής: Η Συμφωνία απορρίπτεται, αλλά έχει την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου να διεκδικήσει περισσότερα για το πλαίσιο και τις λεπτομέρειες της αποχώρησης της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και τον επανακαθορισμό της διμερούς σχέσης των μερών.

Ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βρετανίας τίθενται πια ξεκάθαρα δύο επιλογές:

  • Είτε μία νέα Συμφωνία η οποία θα μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη Βρετανία, τους θεσμούς της Ένωσης και τα Κράτη Μέλη της είτε μία άτακτη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση. Παρόλο που οι προοπτικές για μία αμοιβαία αποδεκτή Συμφωνία είναι προβληματικές έως και αβέβαιες, εντούτοις η άτακτη υποχώρηση είναι το σενάριο που θα ήθελαν να αποφύγουν όλες οι πλευρές. Όμως, το σενάριο αποχώρησης και καθορισμού της διμερούς σχέσης στο πλαίσιο μίας μεταβατικής περιόδου δεν πρέπει να αποκλειστεί.

Οι συνέπειες ενός άτακτου διαζυγίου Ευρωπαϊκής Ένωσης – Βρετανίας έχουν εκτιμηθεί και επανεκτιμηθεί εδώ και καιρό σε πολλά επίπεδα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις που αφορούν στις οικονομικές τις πολιτικές και τις κοινωνικές επιδράσεις, καθώς και επιδράσεις που αφορούν σε ζητήματα ασφάλειας.

Τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης και της αποχωρούσας Βρετανίας, είναι εκτεθειμένα σε αυτές τις επιδράσεις με ένα ασύμμετρο τρόπο. Δύο από τα κράτη με τη μεγαλύτερη ασύμμετρη έκθεση είναι η Ιρλανδία και η Κύπρος. Με διαφορετική, αλλά και ενίοτε παράλληλη διαδρομή, τα δύο αυτά κράτη έχουν μία έντονη σχέση οικονομικής αλληλεξάρτησης με το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και μια ιστορία ταραγμένων και προβληματικών πολιτικών σχέσεων. Παρατηρώντας τον τρόπο αντίδρασης και προετοιμασίας των δύο αυτών χωρών, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει κάποιος ότι η Ιρλανδία έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό πολιτικό, οικονομικό, επιχειρηματικό και κοινωνικό ιστό απορρόφησης των κραδασμών κάθε πιθανού σεναρίου.

  • Από την άλλη η Κυβέρνηση της Κύπρου ακολούθησε μία πολιτική επιλογή κλειστής και αδιαφανούς προετοιμασίας. Υπήρξε μία κάποια αποσπασματική ενημέρωση, αλλά όχι διαβούλευση και στρατηγική συμμετοχική προετοιμασία. Ακόμη και η πιο πρόσφατη αποτίμηση της κατάστασης, όπως την ανακοίνωσε ο Οίκος Moody’s στις αρχές Ιανουαρίου 2019, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τη Λευκωσία σε μια πιο ανοικτή και συμμετοχική διαβούλευση. Εάν αυτό ήταν σκέψη, μετά τις εξελίξεις στη Βρετανία γίνεται αναγκαιότητα.

Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον υπάρχει ή θα έπρεπε να υπήρχε και για το άμεσο διμερές ζήτημα που προκύπτει από την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά τις στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο. Στο ζήτημα αυτό η Λευκωσία αποφάσισε να ακολουθήσει μία συναινετική προσέγγιση, επισφραγίζοντας στην ουσία τη διευθέτηση που επέβαλε η Βρετανία την περίοδο 2002-2003 για το καθεστώς εφαρμογής της του κοινοτικού κεκτημένου στις στρατιωτικές της βάσεις. Ενώ η Κυβέρνηση της Κύπρου θα έπρεπε να είχε επιδιώξει μία νέα βάση εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις βάσεις και γιατί όχι να επιδιώξει επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος των βάσεων, αποδέχθηκε το ρόλο του εντολοδόχου του Βρετανικού Στέμματος στο να εφαρμόζει κάποιες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις βάσεις.

Η προοπτική απόρριψης του προσχεδίου της Συμφωνίας Εξόδου ήταν εμφανής ήδη πριν από την ανακοίνωσή της. Το πολιτικό κλίμα στη Βρετανία ήταν ευνοϊκό για μία πιο διεκδικητική πολιτική. Η Κυβέρνηση της Κύπρου όμως, όχι μόνο δε διεκδίκησε μια καλύτερη διευθέτηση για τα διμερή ζητήματα, αλλά έσπευσε να πανηγυρίσει για το Πρωτόκολλο που επισυνάφθηκε στη Συμφωνία Εξόδου της Βρετανίας.

Η κίνηση το Προέδρου Αναστασιάδη να επευφημήσει για τη Συμφωνία Εξόδου της Βρετανίας με γραπτή δήλωση και η έκφραση ευχαριστιών από τον Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Χριστοδουλίδη στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Νοέμβριο του 2018, δεν ήταν μόνο άστοχες, αλλά και κοντόφθαλμες. Είχαν προφανή στόχο να εντυπωσιάσουν την κοινή γνώμη στη Λευκωσία (και ιδιαίτερα τους κατοίκους των περιοχών των βάσεων), αλλά το αποτέλεσμα ήταν να εξουδετερώσουν την προοπτική μιας νέας και καλύτερης διαπραγμάτευσης, κάτω από ακόμα πιο ευνοϊκές συνθήκες.

  • Η Επιτροπή έδωσε το δικαίωμα στη Λευκωσία να μην κλείσει τη διαπραγμάτευση. Δεν το έπραξε, συναίνεσε χωρίς ουσιαστικό συμφέρον και αυτό έχει συνέπειες. Δυστυχώς, χάθηκε μία ευκαιρία, ανάλογη της οποίας δεν προέκυψε εδώ και σχεδόν εξήντα χρόνια. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη και σημαντική ευκαιρία που δόθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία να διαπραγματευτεί το καθεστώς των βάσεων σε διμερές και πολυμερές επίπεδο, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κυβέρνηση της Κύπρου δεν αντιλήφθηκε ούτε εκτίμησε ορθά τα δεδομένα, αρνούμενη ουσιαστικά να σταθεί στο ύψος της ιστορικής συγκυρίας.

Η ταραγμένη πολιτική κατάσταση στο Λονδίνο επέτρεπε (και ίσως να επιτρέπει ακόμη) μία καλύτερα προετοιμασμένη διαπραγμάτευση από πλευράς Λευκωσίας. Τα μεγάλα ζητήματα του Brexit είναι τέτοια που η αλλαγή του καθεστώτος εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε μια overseas territory (υπεράκτια περιοχή) δεν θα ήταν, ούτε και θα είναι το κύριο ζήτημα. Το ενδεχόμενο επίτευξης μίας βαθιάς ρωγμής στο ισχυριζόμενο κυρίαρχο καθεστώς των βάσεων ήταν ισχυρό. Δεν έγινε αντιληπτό, δεν υπήρξε πολιτική τόλμη, χάθηκε μία ιστορική ευκαιρία. Η Λευκωσία θα έπρεπε τουλάχιστον να διεκδικήσει εξουσία αυτόνομης και αυτόκλητης εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των πολιτών που κατοικούν ή/και εργάζονται στις βάσεις. Μπορούσε και θα έπρεπε να είχε αρχίσει μία διαδικασία αμφισβήτησης της ισχυριζόμενης κυριαρχίας των βάσεων, θα έπρεπε να θέσει τα θεμέλια για την αναθεώρηση και τη σταδιακή κατάργηση των βάσεων στην Κύπρο.

  • Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *