Η «ολοκλήρωση της διερεύνησης» ήταν, τελικά, ελλιπής! Ανεξάρτητα από την ευθύνη της αρμόδιας αρχής, κύρια ευθύνη για τον εντοπισμό της αιτίας του λάθους, έχει το αξιόπιστο εργαστήριο!

File Photo: Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. ΚΥΠΕ, ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΣΙΜΙΛΛΗ

Εντάξει, γλυτώσαμε το τριαντάρι κι οι στατιστικές επανήλθαν στα «κανονικά διά την εποχήν επίπεδα». Έχουμε κάθε λόγο να αισθανόμαστε ήρεμοι και καθυσυχασμένοι. Είναι, όμως, έτσι; Το υπουργείο Υγείας διεξήγαγε την έρευνά του για τα λανθασμένα αποτελέσματα (δεν ήταν και λίγα σε μια φουρνιά) που προήλθαν από ένα (εγκεκριμένο) εργαστήριο. Η έκθεση υποβλήθηκε αρμοδίως στον οικείο υπουργό. Η ολοκληρωμένη, όπως εξαγγέλθηκε, διερεύνηση του πολλαπλού λάθους κατέληξε στη διατύπωση πιθανοτήτων περί επιμόλυνσης των δειγμάτων…

Στον τομέα της υγείας είναι σε αρκετές περιπτώσεις δύσκολη αν όχι αδύνατη η διόρθωση των συνεπειών ενός αμφίβολου ή λανθασμένου αποτελέσματος. Ευτυχώς που τώρα δεν ήταν τέτοια η περίπτωση. Για το ψυχολογικό τραύμα των 28 ατόμων απολογήθηκε ο υπουργός….Είναι αναμφισβήτητο πως στην περίπτωση των κλινικών εργαστηρίων ειδικότερα, η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων διασφαλίζεται, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, με τη διαπίστευση των συγκεκριμένων εξετάσεων. Τα διαπιστευμένα εργαστήρια, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υπάρχουσες και τις προκύπτουσες νέες ανάγκες, διευρύνουν σταδιακά το πεδίο διαπίστευσής τους. Στην Κύπρο φτάσαμε, με πολλή ομολογουμένως καθυστέρηση, να κατανοήσουμε το πιο πάνω, στο επίσημο επίπεδο ατυχώς μόνο στη θεωρία.

Παρά το γεγονός ότι η πρόταση για τροποποίηση της νομοθεσίας για τα κλινικά εργαστήρια με τη συμπερίληψη πρόνοιας για τη διαπίστευσή τους πηγαινοερχόταν ανάμεσα στο υπουργείο και τη Βουλή για δέκα τόσα χρόνια, ουδέποτε προωθήθηκε με τρόπο πειστικό. Έτσι, όταν φτάσαμε προ μηνών στη συζήτηση για τα κριτήρια ένταξης των κλινικών εργαστηρίων στο ΓΕΣΥ, διαπιστώσαμε «ξαφνικά» πως έπρεπε, λέει, να δοθεί μια μεταβατική περίοδος μέχρι και έξι χρόνια για να προλάβουν τα εργαστήρια να διαπιστευτούν, την ώρα που σημαντικός αριθμός από αυτά είχε ήδη διαπιστευτεί πριν πολλά χρόνια. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε παράταση στην αδικία για τα ήδη διαπιστευμένα ιδιωτικά εργαστήρια να ανταγωνίζονται επί ανίσοις όροις τα άλλα μια και η διαπίστευση απαιτεί σημαντικό αρχικό κόστος αλλά και αυξημένο κόστος λειτουργίας. Στα επίμονα ερωτήματα τι γίνεται κατά τη μακρά μεταβατική περίοδο χάριτος σε σχέση με αυτό το θέμα, η απάντηση του υπουργείου ήταν πως μια κάποια αξιολόγηση θα γινόταν από το ίδιο. Μια υπεραπλούστεση που είναι άδικη αλλά και αντιεπιστημονική.

Η αρμοδιότητα, όμως, αξιολόγησης των εργαστηρίων ανήκει, κατά νόμο (κυπριακό και ευρωπαϊκό) αποκλειστικά στον Κυπριακό Φορέα Διαπίστευσης. Η αξιολόγηση γίνεται μέσω της διαπίστευσης και όχι αποσπασματικά και «με ολίγη» που προωθεί το υπουργείο. Και τι γίνεται σε περιπτώσεις που ένας ιός κτυπά ύπουλα και αιφνιδιαστικά και η εξέταση δειγμάτων δεν μπορούσε να έχει προβλεφθεί ώστε να περιληφθεί στη διαπίστευση των εργαστηρίων;

Η εξουσιοδότηση για τη συγκεκριμένη εργαστηριακή εξέταση θα έπρεπε να είχε δοθεί σε εκείνα μόνο από τα διαπιστευμένα εργαστήρια που επίσημα θα δεσμεύονταν να εφαρμόζουν τις ίδιες πρακτικές και υποχρεώσεις που ισχύουν για τις άλλες, τις διαπιστευμένες εξετάσεις. Αν αυτό είχε τεθεί ως προϋπόθεση, μπορεί να είχαμε λιγότερα εγκεκριμένα εργαστήρια αλλά δεν θα φτάναμε στη μαζική «κορωνοποίηση» 28 αρνητικών δειγμάτων…

Η «ολοκληρωμένη διερεύνηση» από το υπουργείο είναι τελικά μισή και μάλιστα απουσιάζει το πιο σημαντικό κομμάτι της. Αυτό δεν αφορά αυτό που έγινε και εντοπίστηκε αλλά ό,τι άλλο πιθανόν έγινε, σε άλλο χρόνο και χώρο, και δεν εντοπίστηκε γιατί «απλώς» δεν είχε τόσα πολλά θετικά μαζεμένα. Παράλληλα μπορεί, για άλλους λόγους να υπήρχαν και αναξιόπιστα αρνητικά αποτελέσματα. Αυτό που λείπει αφορά και όσα άλλα λάθη μπορεί να γίνουν και μάλιστα και σε άλλες, πέραν του κορωνοϊού, εξετάσεις.  Ποια είναι η επάρκεια των εργαστηρίων να εντοπίζουν έγκαιρα και πριν την έκδοσή τους τέτοια αποτελέσματα; Μόνο μέσα από τη διαπίστευση είναι δυνατή η αξιολόγηση αυτής της επάρκειας!

Στο Δελτίο Τύπου του υπουργείου Υγείας ημερ. 29 Αυγούστου αναφέρεται πως «…Σύμφωνα με την Έκθεση… φαίνεται ότι πιθανότερος λόγος πρόκλησης του συμβάντος είναι επιμόλυνση των δειγμάτων στο στάδιο της εργαστηριακής εξέτασης…». Αυτό είχε από την αρχή προβληθεί και δεν φαίνεται να προσθέτει στην αρχική εκτίμηση πέρα από την επιβεβαίωσή της – τότε είχε γίνει αναφορά και στην πιθανότητα επιμόλυνσης των αντιδραστηρίων. Η ανακοίνωση καταλήγει πως το υπουργείο συνεχίζει και εντατικοποιεί τον τακτικό ποιοτικό έλεγχο (δηλ. την υποβολή άγνωστων δειγμάτων στα εγκεκριμένα για τη συγκεκριμένη εξέταση εργαστήρια) για διασφάλιση της ποιότητας. Αν όμως το σενάριο για επιμόλυνση των δειγμάτων τεκμηριώνεται και δεν προκύπτει, απλώς, με αποκλεισμό όλων των άλλων, το πρόβλημα δεν θα εντοπιζόταν ούτε με ένα ορθό αποτέλεσμα της εξέτασης του δείγματος του υπουργείου. Ανεξάρτητα από την ευθύνη της αρμόδιας αρχής, κύρια ευθύνη για τον εντοπισμό της αιτίας του όποιου λάθους έχει το κάθε αξιόπιστο εργαστήριο!

Η αξιοπιστία ενός εργαστηρίου δεν βρίσκεται μόνο στην ικανοποίηση του στόχου για μηδενικά λάθη αλλά και στην ικανότητα εντοπισμού τους (αν προκύψουν) πριν την έκδοση των αποτελεσμάτων καθώς και στην ικανότητα τεκμηρίωσης του αιτίου ώστε να προχωρήσουν άμεσα στη λήψη κατάλληλων προληπτικών ενεργειών για αποφυγή νέων περιστατικών. Νοείται πως, όπως καθορίζεται και στο σχετικό διεθνές πρότυπο μια από τις υποχρεώσεις του εργαστηρίου είναι η ανάλυση του κινδύνου και, με βάση αυτή, η έγκαιρη υλοποίηση μέτρων μείωσης ή και απάλειψης της όποιας πιθανότητας λάθους.

ktsimillis@cytanet.com.cy

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *