Η πετρελαϊκή πτυχή των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο

Το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Μπαρμπαρός

Του δρα Θεόδωρου Τσακίρη

Τον Νοέμβριο του 1973, μερικές μόλις εβδομάδες μετά την έναρξη του πετρελαϊκού εμπάρκο του ΟΑΠΕΚ (Οργανισμού Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών) που θα μετατόπιζε τον έλεγχο της παγκόσμιας αγοράς και των αποθεμάτων πετρελαίου στα χέρια του ΟΠΕΚ, η Τουρκία έκανε την πρώτη αποφασιστική κίνηση αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγιακό Αρχιπέλαγος. Το τουρκικό ΥΠΕΞ εξέδωσε χάρτες περιοχών του βορειανατολικού Αιγαίου, βαθιά εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όπου η Άγκυρα αδειοδοτούσε την κρατική εταιρεία πετρελαίων ΤΡΑΟ να διενεργήσει σεισμικές έρευνες που θα μπορούσαν εν συνεχεία να οδηγήσουν σε μια γεώτρηση.

Η γεώτρηση αυτή δεν έγινε ποτέ και έως και τη συμφωνία Παπανδρέου-Οζάλ στο Νταβός το 1988, η Ελλάδα παρά τις τουρκικές απειλές προχωρούσε στην περιπετειώδη κατά περιόδους ενάσκηση ενός από τα σημαντικότερα κυριαρχικά της δικαιώματα –αυτό της εξερεύνησης υδρογονανθράκων– σε τμήματα του αρχιπελάγους με επίκεντρο τη ζώνη μεταξύ Χαλκιδικής, Θάσου, Σαμοθράκης και Λήμνου, όπου μέχρι και σήμερα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η πλέον πετρελαιοπιθανή περιοχή του Αιγαίου.

Η πλέον ενθαρρυντική «ανακάλυψη» εντοπίστηκε στα 10 ν.μ. ανατολικά της Θάσου (δυνητικό κοίτασμα Μπαμπουράς) όπου έγιναν έρευνες το 1978 και το 1984-1985, αλλά δυστυχώς μετά την κρίση του Σισμίκ το 1987 η ελληνική Κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου συμφώνησε σε ένα άτυπο moratorium εξερευνητικών ενεργειών και από τις δύο χώρες που πλέον θα περιορίζονταν στη ζώνη των χωρικών τους υδάτων, δηλαδή έως 6 ναυτικά μίλια.

Εάν αυτή η παραχώρηση που επιβεβαιώθηκε στο Νταβός 2 από την Κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη το 1992 έγινε με την ελπίδα ότι θα κατευνασθεί η τουρκική επιθετικότητα και θα επιλυθεί η διαφορά με κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, τότε μάλλον επενδύσαμε εσφαλμένα στην ελπίδα αγνοώντας την πολύ πρόσφατη ιστορία μας με δεδομένη και την άκαρπη προσπάθεια που είχε γίνει την περίοδο 1976-1981 στο πλαίσιο του πρακτικού της Βέρνης.

Τότε η Τουρκία αρνήθηκε –μετά την κρίση του σεισμογραφικού σκάφους Χόρα το 1976– να προσφύγει μαζί με την Ελλάδα στη Χάγη και μπήκε σε ένα πλαίσιο διμερούς διαλόγου που διακόπηκε το 1981, όπως αναφέρει και η επίσημη ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ «λόγω των συνεχών παλινδρομήσεων και της αδιάλλακτης στάσης της Τουρκίας».

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Και οι εξερευνητικές προσπάθειες για την ανακάλυψη υδρογονανθράκων τερματίστηκαν ουσιαστικά μονομερώς από την πλευρά της Ελλάδας, άνευ κέρδους και άνευ αντικρίσματος, και πολύ περισσότερο δεν αμβλύνθηκε, μάλλον γιγαντώθηκε ποιοτικά η τουρκική επιθετικότητα, φτάνοντας με ενδιάμεση στάση τα Ίμια (1996) και τις θεωρίες των Γκρίζων Ζωνών στην επίσημη αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης από τον Πρόεδρο Ερντογάν το 2017.

Λόγω του πετρελαϊκού υποβάθρου των ελληνοτουρκικών κρίσεων του 1974, 1976 και του 1987 πολλοί έχουν κάνει το λάθος να μπερδέψουν τις πετρελαϊκές έρευνες και τους λαϊκούς μύθους περί του αμύθητου πετρελαϊκού πλούτου που κρύβει το Αιγαίο με τον δομικό αναθεωρητισμό της Τουρκίας εναντίον του Ελληνισμού σε Ελλάδα και Κύπρο. Έχουν δηλαδή συγχίσει την αφορμή με την αιτία της κρίσης.

Η τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο δεν κλιμακώθηκε λόγω του «αμύθητου» πετρελαϊκού του πλούτου. Κλιμακώθηκε λόγω της στρατηγικής ήττας του Ελληνισμού στην Κύπρο το 1974, την de facto απονεύρωση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος που εμπνεύσθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1993, και την επιβολή του τουρκικού casus belli το 1994 που άνοιξε διάπλατα την πόρτα στα Ίμια και τις τουρκικές διεκδικήσεις επί δεκάδων ελληνικών νησιωτικών εδαφών.

Εάν την Τουρκία όντως την ενδιέφερε ο πετρελαϊκός «πλούτος» του Αιγαίου θα συμβιβαζόταν ανοίγοντας δυνητικά τον δρόμο και σε λογικές συνεργατικής ανάπτυξης των πιθανών κοιτασμάτων μεταξύ των δύο κρατών, εφόσον φυσικά κάτι τέτοιο γινόταν σε βάση αμοιβαιότητας. Μια διεθνής συμφωνία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας –εάν η Τουρκία έμενε σε αυτή της την διεκδίκηση και μόνο– θα μπορούσε να είχε επιλύσει το πρόβλημα εδώ και δεκαετίες.

Η Τουρκία πήγε πολύ πιο μακριά, πήγε στο περαιτέρω (Casus Belli-1994) και το επέκεινα του περαιτέρω (Ίμια-1996), ξεπερνώντας τελικά και το μη-περαιτέρω, αν λάβει κανείς υπόψιν του ότι μετά –ιδίως το πραξικόπημα του 2016– Κυβέρνηση και αντιπολίτευση διαγκωνίζονται πλειοδοτώντας αναμεταξύ τους για τον αριθμό των ελληνικών νησιών που κατά την άποψή τους έχουμε «καταλάβει» από την Τουρκία στο Αιγαίο. Εδώ δεν χρεοκοπεί μόνο η λογική. Χρεοκοπεί και ο ελλαδικός κατευνασμός που δεν μπορεί να συνεχισθεί, γιατί η συνέχισή του πλέον θα είναι πέραν πάσης λογικής.

Δεν είναι όλο το Αρχιπέλαγος που παρουσιάζει πετρελαϊκό ενδιαφέρον και δεν είναι αυτός ο λόγος της τουρκικής επιθετικότητας που έχει ξεπεράσει κάθε όριο, αναδεικνύοντας το στρατηγικό κενό μέσα στο οποίο κινούμαστε μετά την κατάρρευση της Στρατηγικής του Ελσίνκι (1999), δηλαδή του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας και δια αυτού της εξημέρωσης της τουρκικής επιθετικότητας.

Η Τουρκία δεν μπορεί να εξευρωπαϊστεί και αντί να εξημερωθεί υπό τον Ερντογάν εξαγριώθηκε περαιτέρω. Αντιθέτως η Τουρκία ισλαμικοποιείται και η επιθετικότητά της μπολιάζεται συνεχώς από υπερφίαλους παντουρκικούς και νεοοθωμανικούς μικρομεγαλισμούς που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να σχολιάζονται μόνο από το Top Επικαιρότητας του Ράδιο Αρβύλα.

*Επίκουρος καθηγητής Γεωπολιτικής & Ενεργειακής Πολιτικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας, μέλος Δ.Σ. Hellenic Association for Energy Economics.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *