Η πλάνη των Ισραηλινών και των υποστηρικτών τους: Οι Παλαιστίνιες μάνες ο μεγάλος «εχθρός»

Palestinians burn Israeli and US flags and posters of US President Donald Trump and Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu during protest against the US intention to move its embassy to Jerusalem and to recognize the city of Jerusalem as the capital of Israel, in Rafah, southern Gaza Strip, 06 December 2017. According to media reports, US President Donald J. Trump has informed Palestinian leader Mahmoud Abbas that he intends to recognize Jerusalem as the Israeli capital and will relocate the US embassy from Tel Aviv to Jerusalem. EPA-EFE/MOHAMMED SABER

Του Μάριου Ευρυβιάδη

Ο παλαιο-συντηρητικός αμερικανός σχολιαστής Patrick Buchanan, με αφορμή τις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες των Παλαιστινίων στη Γάζα κατά του Ισραήλ και τη βίαιη αντίδραση των τελευταίων με δεκάδες νεκρούς, γράφει σε επικριτικό κείμενό του (“Israel at 70: Bibi’s Troubled Hour of Power”), πως ο πρωθυπουργός Νετανιάχου (Bibi) και το Ισραήλ “φαίνεται να βρίσκονται σε μια πορεία συνεχών επιτυχιών.”

Διατυπώνει όμως και τη θέση πως “είναι δύσκολο να δεί κανείς πως μακροπρόθεσμα η πορεία αυτή θα διατηρηθεί.”

Οι επιτυχίες στις οποίες αναφέρεται ο Buchanan είναι η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τον Πρόεδρο Τράμπ, μαζί με την επίσημη τελετή των εγκαινίων που προγραμματίστηκε να συμπέσει με τα 70χρονα της ανακήρυξης του εβραϊκού κράτους τον Μάιο του 1948. Το γεγονός αυτό θεωρείται υψίστης πολιτικής σημασίας καθότι μέχρι την προεδρία Τράμπ διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις- που υπήρξαν όλες φιλο-ισραηλινές- είχαν αρνηθεί να υποκύψουν στις πιέσεις του Ισραήλ και των υποστηρικτών του να αναγνωρίσουν τη πόλη ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. 

Μέχρι την ανατρεπτική κίνηση Τράμπ, η Ουάσινγκτον συμβάδιζε με τη διεθνή θέση πως το τελικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ θα πρέπει να προκύψει από μια συμφωνία ειρήνης βασισμένη σε “δυο κράτη”, ένα εβραικό και ένα παλαιστινιακό με τη Δυτική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και την Ανατολική ως πρωτεύουσα της Παλαιστίνης. Το επιχείρημα Τράμπ (και του Ισραήλ) ήταν πως με τη μονομερή αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, υλοποιούσε μια προεκλογική του υπόσχεση αλλά και πως η απόφασή του θα προωθούσε την ειρήνη στο μέτωπο Ισραήλ- Παλαιστινίων.

Η άλλη επιτυχία στην οποία αναφέρεται ο αμερικανός σχολιαστής υπήρξε η πιο πρόσφατη απόφαση το Προέδρου Τράμπ να αποσύρει τη χώρα του από την πολυμερή διεθνή συμφωνία που υπεγράφη το 2015 και που αφορούσε στον τερματισμό του πολεμικού πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με αντάλλαγμα τον τερματισμό διεθνών κυρώσεων, κυρίως οικονομικών, που επέβαλε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στο Ιράν λόγω τη πολιτικής του στο ζήτημα αυτό.

Η συμφωνία αυτή θεωρήθηκε ως το κορυφαίο επίτευγμα της Προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα και ολοκληρώθηκε παρά τις εντονότατες αντιδράσεις του Ισραήλ και των υποστηρικτών του στις ΗΠΑ. Ο τότε υποψήφιος για την Προεδρία Τράμπ καταφέρθηκε εναντίον της συμφωνίας και υποσχέθηκε την αποχώρηση των ΗΠΑ από αυτή σε περίπτωση εκλογής του. Τυπικός δε εκπρόσωπος των φιλοϊσραηλινών δυνάμεων στις ΗΠΑ που πολέμησε τη συμφωνία με νύχια και με δόντια υπήρξε και ο νεοσυντηρητικός John Bolton, που σήμερα φιγουράρει ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τράμπ.

Η άλλη όψη του νομίσματος βάσει της οποίας ο Buchanan διαπιστώνει πως οι επιτυχίες του Νετανιάχου δεν θα διατηρηθούν μακροπρόθεσμα, είναι το δημογραφικό: πως δηλαδή μακροπρόθεσμα, η δημογραφική δυναμική στο Ισραήλ, στη κατεχόμενη από τους Ισραηλινους Δυτική Όχθη του Ιορδάνη ποταμού, και στη Λωρίδα της Γάζας, είναι τέτοια που θα καταντήσει τους Εβραίους μειονότητα μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Εδώ εντοπίζεται και η ανησυχία/αγωνία της πρωθυπουργού Γκόλτα Μέιερ (πρωθυπουργού στο πόλεμο του 1973) που έλεγε πως δεν φοβάται τις αραβικές στρατιές αλλά τις Παλαιστίνιες μανάδες. Συναφείς υπήρξαν και οι θέσεις/αντιλήψεις του γνωστού Στρατηγού Μοσιέ Νταγιάν, που θεωρούσε λανθασμένη την συνεχή κατοχή της Δυτικής Όχθης και των Υψωμάτων Γκολάν από το Ισραήλ και, πιο πρόσφατα, του τέως Πρωθυπουργού Εχούντ Μπαράκ. Υπάρχουν επιπλέον και πολλοί Ισραηλινοί που συμμερίζονται τέτοιες απόψεις. Αποτελούν όμως μειονότητα.

Πριν ένα περίπου μήνα δημοσιεύθηκαν στο Ισραήλ τα αποτελέσματα της ετήσιας απογραφής πληθυσμού. Καταγράφεται αύξηση του πληθυσμού στα 8.4 εκ. με ποσοστό αύξησης κατά 1.9% από το προηγούμενο έτος. Οι Ισραηλινοί χαιρέτισαν το γεγονός πως υπήρχαν 168 χιλ. γεννήσεις το 2017 αλλά και 35% αύξηση μεταναστών κυρίως από τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Γαλλία.

Από τα 8.4 εκ. τα 74.9% είναι εβραϊκής καταγωγής (6.3 εκ.) τα 20.7% είναι Παλαιστίνιοι (1.75 εκ. μουσουλμάνοι και χριστιανοί από το αρχικό πληθυσμό του 1948). Βάση της εικόνας αυτής οι Εβραίοι κυριαρχούν στα σύνορα του 1948. Εάν όμως στα 1.75 εκ. συμπεριληφθούν και οι πληθυσμοί από τη Δυτική Όχθη που καταλήφθηκε το 1967 σε συνδιασμό και με αυτούς τη Λωρίδας της Γάζας που βρίσκονταν υπο κατοχή μέχρι το 2005, τότε η εικόνα αλλάζει δραματικά.

Το 2014 οι πληθυσμοί αυτοί ήταν 2.79 εκ. στη Δυτική Όχθη και 1.76 εκ. στη Γάζα, σύνολο 4.55 εκ. Μαζί με τον 1.75 εκ. των Παλαιστινίων που είναι Ισραηλινοί πολίτες το σύνολο είναι 6.3 εκ. Παλαιστινίων στο Ισραήλ και στα παλαιστινιακά εδάφη. Ο αριθμός αυτός είναι ίσος με τον αριθμό των Εβραίων στα σύνορα του 1948! Και εδώ δεν συμπεριλαμβάνεται η αύξηση του πληθυσμού των Παλαιστινίων από το 2014, ούτε και βέβαια οι αραβικοί πληθυσμοί των κατεχομένων Υψωμάτων του Γκολάν.

Και απ´εδώ αρχίζει η μεγάλη πλάνη των Ισραηλινών και των υποστηρικτών τους. Μέχρι σήμερα η επίσημη ισραηλινή θέση είναι η πολιτική των “δυο κρατών”, αλλά με την Ιερουσαλήμ “αδιαίρετη” και πρωτεύουσα του Ισραηλινού κράτους. Στη πράξη όμως το εβραικό κράτος:

  • α) αρνείται να αποχωρήσει από τη Δυτική Όχθη,
  • β) συνεχίζει να ακολουθεί μια καλοσχεδιασμένη στρατηγική πολιτική εποικισμού στη Δυτική Όχθη και που αποσκοπεί στον κατακερματισμό της ώστε να μην μπορεί να ιδρυθεί εκεί στη πράξη παλαιστινιακό κράτος και
  • γ) και ίσως πιο ενδεικτικό των προθέσεών του είναι πως αρνείται, από το 1948, να διατυπώσει με σαφήνεια ποια είναι τα σύνορά του ώστε να ζεί, όπως δικαίως απαιτεί, με ασφάλεια.

Στο σημείο αυτό και με αναφορά στη κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας, η ισραηλινή θέση είναι πως αποκρούει επιθέσεις από τους Παλαιστίνιους που προσπαθούν να διαρρήξουν τα “σύνορα” μεταξύ Γάζας και Ισραήλ και να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές των πολιτών του. Εκ πρώτης όψεως η θέση αυτή είναι κατανοητή. Ωστόσο τέτοια “σύνορα” δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο ένας στρατιωτικά οργανωμένος φράκτης. Για να υπάρξουν σύνορα πρέπει να υπάρχει παλαιστινιακό κράτος, έστω και στη Λωρίδα της Γάζας. Υφίσταται απλά μια ντε φάκτο κατάσταση. (Αναλογικά αυτό ισχύει και για την Κύπρο. Το γνωστό σύνθημα στη Λευκωσία στο δρόμο προς τη Μόρφου, “Τα σύνορα μας είναι στη Κερύνεια”, είναι πολιτικά λανθασμένο. Στη Κύπρο υπάρχει κατάπαυση του πυρός, υπάρχει γραμμή αντιπαράθεσης και υπάρχει τουρκική κατοχή. Η κυρίαρχη επικράτεια του κυπριακού κράτους δεν επηρεάζεται).

Εφόσον στη πράξη οι Ισραηλινοί αρνούνται τη δημιουργία “δυο κρατών”, η εναλλακτική πολιτική είναι η “διαχείριση” εκατομμυρίων ατόμων χωρίς να τους αναγνωρίζονται πολιτικά δικαιώματα, με καθημερινές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και, κατά διαστήματα, βίαιες συμπεριφορές και αντιδράσεις όπως σήμερα στη Γάζα. Οι πιο ακραίοι από αυτούς ονομάζουν τη πολιτική αυτή “κόβοντας το γρασίδι”. Δηλαδή για να γίνεται αποτελεσματική “διαχείριση” πρέπει κάθε τόσο να “καθαρίζεται” ο χώρος. Μπορεί η πολιτική αυτή να εφαρμόζεται επ’ όριστον;

Είχα κατά καιρούς σε διεθνή συνέδρια και κατ’ ιδίαν συναντήσεις την ευκαιρία να συζητήσω το ζήτημα αυτό με καθηγητές από το Ισραήλ. Κάποιοι πραγματικά πιστεύουν πως η θέση αυτή θα οδηγήσει, αναπόφευκτα, σε τραγικές καταστάσεις για το εβραικό κράτος και πως θα πρέπει να δημιουργηθεί παλαιστινιακό κράτος, έστω και με περιορισμένη κυριαρχία, που να συμπεριλαμβάνει και τη Δυτική Όχθη. Δεν συμβιβάζονται στο ζήτημα της Ιερουσαλήμ αλλά πιστεύουν πως μπορεί να βρεθεί λύση.

Η κυρίαρχη όμως αντίληψη είναι η στρατηγική “κόβοντας το γρασίδι”. Όταν ρώτησα ένα υποστηρικτή αυτής της θέσης μου απάντησε πως κάθε γενιά στο Ισραήλ έχει καινούργιες “προκλήσεις” για το μέλλον και θα πρέπει να βρεί λύσεις όπως και η προηγούμενη. Το δημογραφικό, υποστήριξε, θα αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης από μελλοντικές γενιές. Και αυτό εξυπακούει ένα στρατιωτικά ισχυρό Ισραήλ σε συμμαχία, κατά προτίμηση με τις ΗΠΑ, αλλά τελικά και μόνο του.

Και μου υπογράμμισε πως η προσπάθεια για την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου άρχισε από Εβραίους επιστήμονες μεταπολεμικά πριν τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους το 1948. Και όχι τυχαία το Ισραήλ είναι σήμερα πυρηνική δύναμη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *