Η πολιτική των οδυνηρών υποχωρήσεων και του αυτομαστιγώματος των Ελληνοκυπρίων έχει αποτύχει παταγωδώς

FILE PHOTO. Συνεχίζονται οι αντιδράσεις και ο απόηχος της γεμάτης έντασης συνεδρίας της Ολομέλειας της Βουλής για τη ψήφιση της πρότασης νόμου του ΔΗΣΥ/ ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Του Χρίστου Σενέκη
Η ψήφιση του «νόμου Ακιντζί» από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της ταπείνωσης και του εξευτελισμού του κυπριακού Ελληνισμού. Η ανάδειξη του κατοχικού ηγέτη σε «συμπρόεδρο» με δικαίωμα βέτο, σε ένα ζήτημα για το οποίο δεν είχε καμία απολύτως αρμοδιότητα να παρέμβει και να καθορίσει το αποτέλεσμα, είναι η σημειολογική κορύφωση της απόλυτης υποταγής στα κελεύσματα της Τουρκίας.

Μια υποταγή που συνοδεύτηκε με συνεχείς, μονομερείς υποχωρήσεις των Αναστασιάδη και Χριστόφια, που στόχευαν να φέρουν τη λύση του Κυπριακού πιο κοντά, αλλά τελικώς επιβεβαίωσαν το διαχρονικώς αυταπόδεικτο ότι απλώς εξέθρεψαν έτη περαιτέρω την τουρκική αδηφαγία και αδιαλλαξία. Γεγονός που οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η επανέναρξη των συνομιλιών, υπό τους νέους τουρκικούς όρους που τέθηκαν, για κατάθεση «γεφυρωτικών προτάσεων» από την ομάδα Άιντα (δηλ. συγκαλυμμένη επιδιαιτησία), «πακετοποίηση» κεφαλαίων και κατάληξη πριν από την έναρξη των γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, τον ερχόμενο Ιούλη (δηλ. ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα), θα οδηγήσει είτε σε ένα νέο οριστικό αυτή τη φορά αδιέξοδο, είτε σε μια λύση τουρκικών προδιαγραφών που θα απορριφθεί εκ νέου από τον κυπριακό Ελληνισμό σε ένα πιθανό δημοψήφισμα.

Η δεκαετής πολιτική των οδυνηρών υποχωρήσεων και του αυτομαστιγώματος των Ελληνοκυπρίων, που ακολούθησαν οι Αναστασιάδης και Χριστόφιας, καθώς και οι ηγεσίες ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, αποτελεί ικανό δείγμα για τα αποδείξει την παταγώδη αποτυχία της. Για να αποδείξει ότι η στρατηγική της ταπείνωσης και του εξευτελισμού των Ελληνοκυπρίων απομακρύνει από μια σωστή και βιώσιμη λύση.

Γι΄ αυτό απαιτείται η εφαρμογή μιας νέας, συνολικής στρατηγικής, που ασφαλώς θα τερματίσει τον κατήφορο των υποχωρήσεων, αλλά ταυτοχρόνως θα αποκαταστήσει την τρωθείσα αξιοπρέπεια του λαού μας. Μια στρατηγική που:
α)           θα αφαιρέσει από το τραπέζι της διαπραγμάτευσης πρόνοιες που ουδέποτε θα γίνουν αποδεκτές από την πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων, όπως είναι οι μεταβατικές περίοδοι διατήρησης εγγυήσεων, επεμβατικών δικαιωμάτων και παραμονής κατοχικού στρατού, οι «τέσσερις ελευθερίες» της ΕΕ για τα 80 εκ. Τούρκων πολιτών, η εκ περιτροπής Προεδρία, η παραμονή όλων των εποίκων, τα βέτο, η αριθμητική ισότητα, η εξίσωση «χρήστη» και πρόσφυγα στα δικαιώματα επί της κατεχόμενης περιουσίας του δεύτερου κ.α.,
β)           θα αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και πιο συγκεκριμένα την προώθηση των ενεργειακών σχεδιασμών, αγνοώντας τις απειλές και τους εκβιασμούς της Άγκυρας και του κατοχικού ηγέτη, και την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ, προκαλώντας οικονομικό και πολιτικό κόστος στην Τουρκία. Αποκλείοντας, ταυτοχρόνως, κάθε σενάριο σύνδεσης του κυπριακού φυσικού αερίου με τουρκικούς αγωγούς, κάτι που θα μας καθιστούσε εσαεί όμηρους στις εκάστοτε ορέξεις της Άγκυρας.

Η νέα αυτή στρατηγική θα εδράζεται στο δόγμα ότι οι διαπραγματεύσεις δεν αποτελούν το στόχο, αλλά το μέσον. Στόχος είναι η σωστή και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Γι’ αυτό θα τερματιστεί η ακολουθούμενη τακτική των υποχωρήσεων επί της ουσίας για να συντηρείται η διαδικασία, όπως είχε γίνει με τη διακοπή των διαπραγματεύσεων λόγω «Μπαρμπαρός», όταν αποδεχθήκαμε να μπει στο τραπέζι το φυσικό αέριο, με τη διακοπή στο Μοντ Πελεράν ΙΙ, όταν αποδεχθήκαμε την Πενταμερή διάσκεψη και με τη διακοπή λόγω του ψηφίσματος για το Ενωτικό Δημοψήφισμα, με την ανατροπή, για πρώτη φορά από το 1960, απόφασης της πλειοψηφίας της Βουλής κατ’ εντολήν του κατοχικού ηγέτη και επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αποδεχόμενοι αλλαγή μεθοδολογίας και «αναβαθμισμένο ρόλο» της ομάδας Άιντα.

Τέλος, η νέα στρατηγική θα αναδείξει τα πολλαπλά οφέλη που μπορεί να προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία στους Τουρκοκύπριους μέσα από μια σωστή και βιώσιμη λύση. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει και οι ίδιοι να καταλάβουν ότι θα πρέπει να απεγκλωβιστούν από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας και του Ερντογάν. Όσο παραμένουν κλακαδόροι των σχεδιασμών της Άγκυρας και των μεγαλοϊδεατισμών του Ερντογάν, θα παραμένουν και όμηροι στη «μαύρη τρύπα» της διεθνούς κοινότητας, εκεί όπου τους έχει κατατάξει η ίδια η Τουρκία από το 1974 και εντεύθεν.

* Διεθνολόγος μέλος της ομάδας Κυπριακού του ΔΗΚΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *