Η προειδοποίηση Μπάιντεν για κυβερνοεπιθέσεις

Η Πρώτη Κυρία Τζιλ Μπάιντεν και ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κατευθύνονται στο Λευκό Οίκο. EPA, SHAWN THEW / POOL

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η μεγάλη ανησυχία πλέον των Αμερικανών πολιτών είναι οι κυβερνοεπιθέσεις, επειδή επηρεάζουν άμεσα την ασφάλειά τους, τον τρόπο ζωής τους και την καθημερινότητά τους. Ειδικά μετά τις πρόσφατες επιθέσεις, που παρέλυσαν τον μεγαλύτερο αγωγό μεταφοράς βενζίνης και τις γραμμές παραγωγής της μεγαλύτερης εταιρείας επεξεργασίας κρέατος, το ζήτημα αυτό είναι υψίστης σημασίας για την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Επομένως, θεωρείται ως «αναπόφευκτη εξέλιξη» η σαφής προειδοποίηση του Τζο Μπάιντεν προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Ο Αμερικανός ηγέτης απείλησε με σκληρά αντίποινα τον Ρώσο ομόλογό του σε περίπτωση που διαπιστωθεί ξανά «ρωσικός δάκτυλος» σε κυβερνοεπίθεση στην Αμερική. Φαίνεται λοιπόν ότι η ανθρωπότητα διανύει μια νέα περίοδο με τις απειλές για κυβερνοεπιθέσεις να διαδέχονται -κατά κάποιον τρόπο- τις απειλές για πυρηνική επίθεση, με εφιαλτικότερο σενάριο τον συνδυασμό των δύο.

Μετά την εγκάρδια χειραψία και τα χαμόγελα, μια εικόνα που φαίνεται ότι ήθελαν να δει όλος ο κόσμος, οι δυο ηγέτες επιχείρησαν να πείσουν ότι δεν θέλουν να επιστρέψουν στην εποχή του «ψυχρού πολέμου». Η πρώτη συμφωνία Μπάιντεν – Πούτιν, κατά τη συνάντησή τους στη Γενεύη την περασμένη Τετάρτη, ήταν να στείλουν τους πρεσβευτές τους πίσω σε Μόσχα και Ουάσινγκτον, αντίστοιχα. Ο Ρώσος Πρόεδρος αρνήθηκε κάθε ευθύνη για τις κυβερνοεπιθέσεις στις ΗΠΑ, αλλά αυτή τη φορά ο Αμερικανός ομόλογός του δήλωσε ότι αν ξανασυμβούν θα υπάρξουν αντίποινα, τονίζοντας ότι «οι ΗΠΑ έχουν σημαντική ικανότητα στον κυβερνοχώρο και το ξέρει».

Όπως ανέφεραν αρκετοί αναλυτές, οι δύο ηγέτες άγγιξαν αρκετά «δύσκολα θέματα» που ταλανίζουν τις σχέσεις των δυο χωρών, με την κάθε πλευρά να διατηρεί τις θέσεις της. Συμφωνήθηκε να υπάρξουν διαβουλεύσεις μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών των δυο χωρών για μια σειρά θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής συνθήκης Start III, η οποία αναμένεται να λήξει το 2024, και της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο.

Αξίζει να επισημανθεί σ’ αυτό το σημείο ότι ο Τζο Μπάιντεν ως Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ είχε δηλώσει το 2014 ότι κάποτε κοίταξε τον κ. Πούτιν στα μάτια και του είπε: «Δεν νομίζω ότι έχεις ψυχή». Την Τετάρτη, όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος ρωτήθηκε από δημοσιογράφο πώς μπορεί τώρα να τον εμπιστεύεται, είπε ότι «δεν πρόκειται για εμπιστοσύνη» και εξέφρασε αισιοδοξία ότι ο Ρώσος Πρόεδρος δεν θα επιδιώξει να κλιμακώσει τις εντάσεις μεταξύ των δύο εθνών.

Με αυτή τη συνάντηση, ο Τζο Μπάιντεν ολοκλήρωσε την πρώτη του περιοδεία εκτός ΗΠΑ ως Πρόεδρος της χώρας, επιδιώκοντας να ανοικοδομήσει τις παραδοσιακές συμμαχίες και προβάλλοντας τη θέση ότι ο κόσμος βρίσκεται σε «σημείο καμπής», με μια υπαρξιακή μάχη μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχικότητας. «Δεν υπήρξε εχθρότητα. Αντιθέτως, η συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε με εποικοδομητικό πνεύμα», ανέφερε ο κ. Πούτιν, μιλώντας πρώτος (σε ξεχωριστή συνέντευξη Τύπου) μετά τη συνάντηση στη Γενεύη. Από την πλευρά του, ο κ. Μπάιντεν είπε ότι «ο τόνος ολόκληρης της συνάντησης ήταν καλός, θετικός», προσθέτοντας: «Έκανα σαφές στον Πρόεδρο Πούτιν ότι θα συνεχίσουμε να θίγουμε θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και «έκανα ό,τι ήρθα να κάνω».

Σε ορισμένες αναλύσεις διατυπώθηκε η άποψη ότι ο κ. Πούτιν δεν είναι η πρώτη φορά που επεδίωξε να δείξει «διαφορετικό πρόσωπο» κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας συνάντησης ή συμμετοχής του σε διεθνές φόρουμ. Ειδικά όμως τώρα, όπως επισημάνθηκε, είχε αρκετούς λόγους επειδή η αξιοπιστία του μειώνεται διεθνώς εξαιτίας των συχνών καταγγελιών για σωρεία παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία, των κατηγοριών για ανάμιξη στα εσωτερικά άλλων χωρών, καθώς και των αρνητικών στοιχείων που παρουσιάζει τον τελευταίο καιρό η ρωσική οικονομία.

Πάντως, κοινό στοιχείο των πλείστων δημοσιευμάτων και αναφορών σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ήταν η επισήμανση ότι η συνάντηση της Γενεύης έδωσε την ευκαιρία για μια έστω «προσωρινή ανακοπή» της επικίνδυνης και άνευ προηγουμένου επιδείνωσης των σχέσεων των δύο χωρών. Εντός των προσεχών εβδομάδων αναμένεται να ξεκινήσουν αμερικανορωσικές συνομιλίες. Ο Πρόεδρος Μπάιντεν δήλωσε ότι θα χρειαστούν «έξι μήνες έως ένας χρόνος για να δούμε αν οι ΗΠΑ και η Ρωσία έχουν στρατηγικό διάλογο που έχει σημασία».

Οι προσδοκίες πριν από τη συνάντηση της Τετάρτης ήταν χαμηλές, δεδομένης της κακής κατάστασης των διμερών σχέσεων. Γι’ αυτό έστω κι αυτό που συμφωνήθηκε θεωρείται «σημαντικό βήμα». Η βελτίωση των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας δεν αφορά μόνο στις δύο χώρες, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Η περαιτέρω αύξηση της επικίνδυνης έντασης τροφοδοτεί ακραίες φωνές, δημιουργώντας ένα νέο φιλοπολεμικό κλίμα. Επιπλέον, εμποδίζει την ανάπτυξη διεθνούς συνεργασίας για την αποτροπή πολέμων και για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της πανδημίας. Οι τραγικές ανθρωπιστικές και οικονομικές συνέπειες του κορωνοϊού κατέδειξαν την ανάγκη μιας τέτοιας διεθνούς συνεργασίας, η οποία ακόμη σχεδόν είναι ανύπαρκτη.

Δεν έστησε τον Μπάιντεν

Σύμφωνα με πληροφορίες που προβλήθηκαν από αμερικανικά ΜΜΕ, πριν από τη σύνοδο κορυφής της Γενεύης, Αμερικανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι είχαν εκφράσει σοβαρές ανησυχίες ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ο Ρώσος Πρόεδρος να έστηνε για αρκετή ώρα τον κ. Μπάιντεν επειδή το 2012 είχε στήσει τον Πρόεδρο Ομπάμα για 40 λεπτά, στη σύνοδο κορυφής των G20 στο Μεξικό. Τρία χρόνια αργότερα, καθυστέρησε μια ώρα στη συνάντησή του με τον Πάπα Φραγκίσκο στο Βατικανό. Επίσης, είχε αφήσει τη βασίλισσα Ελισάβετ να τον περιμένει για 14 λεπτά, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Βρετανία το 2003. Την περασμένη Τετάρτη όμως ο Ρώσος Πρόεδρος έφτασε τελικά στην ώρα του. Ορισμένοι σχολιαστές επεσήμαναν ότι ίσως αυτό το γεγονός να υποδηλώνει κάτι σοβαρό σε σχέση με τις προθέσεις του έναντι του Αμερικανού ομολόγου του. Ο χρόνος θα δείξει…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *