Η πτώση της τουρκικής λίρας: Η κατάσταση στην οικονομία δυσχεραίνει με γοργούς ρυθμούς

ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του Ανδρέα Νικηταρά

Η αλλαγή πλεύσης της πολιτικής Ερντογάν αναφορικά με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η επιλογή του να καταστεί αστάθμητος παράγοντας στην περιοχή, με αποτέλεσμα οι δυτικές οικονομίες και κυρίως η Αμερική να προσδιορίζουν την Τουρκία ως χώρα η οποία δεν παραλληλίζει τα οικονομικά της συμφέροντα με αυτά των δυτικών οικονομιών, έχουν οδηγήσει τα επενδυτικά ταμεία και ευρύτερα τις επενδυτικές εταιρείες του εξωτερικού σε φυγή κεφαλαίων από την τουρκική οικονομία. Η απόφαση αυτή των «αγορών», οι οποίες, ως γνωστόν, βρίσκονται πάντοτε ένα βήμα πιο μπροστά από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα στη ζήτηση της τουρκικής λίρας η οποία επέφερε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό ήταν το σημαντικό εχέγγυο ώστε οι Ερντογάν και Ντεβλέτ Μπαχτσελί να οδηγήσουν την Τουρκία σε πρόωρες εκλογές. 

Η κατάσταση στην τουρκική οικονομία δυσχεραίνει με γοργούς ρυθμούς με αποτέλεσμα να επέλθει ρήξη μεταξύ του Ταγίπ Ερντογάν και του Τούρκου Κεντρικού Τραπεζίτη, με τον δεύτερο να επιδιώκει την αύξηση των επιτοκίων και τον Ερντογάν να πιέζει προς το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, η σύγκρουση του Προέδρου με τον Κεντρικό Τραπεζίτη οδηγεί σε αχαρτογράφητα νερά όσον αφορά στο διεθνές επενδυτικό τοπίο αφού ο θεσμός ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας είναι απαραβίαστος σε όλες τις ελεύθερες οικονομίες.

Ενώ η Τουρκία βρίσκεται στη δίνη του προεκλογικού αγώνα, οι επιμέρους αριθμοί στην οικονομία  καταδεικνύουν την σοβαρότητα στην οποία έχει επέλθει.

Η Ισοτιμία παρουσιάζει ιστορικό χαμηλό όπου 1 δολάριο αντιστοιχεί σε 4,5 τουρκικές λίρες. Η διολίσθηση της τουρκικής λίρας έχει αυξήσει το κόστος δανεισμού στις επιχειρήσεις αλλά κυρίως στις εισαγωγές καυσίμων και πρώτων υλών. Παράλληλα, οι μεγάλες εταιρείες και οικονομικοί οργανισμοί, οι οποίοι έχουν δανειστεί σε ξένο νόμισμα (κατά βάση δολάριο και ευρώ), έχουν καταστεί μη βιώσιμοι και σπεύδουν να αναδιαρθρώσουν τα δάνειά τους, με αποτέλεσμα να προβαίνουν σε σημαντικές περικοπές.

Παράλληλα, το κόστος δανεισμού για το 10ετές ομόλογο ανήλθε στο 15% το οποίο είναι απαγορευτικό τόσο για το επενδυτικό ενδιαφέρον όσο και για τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Το αντίστοιχο ποσό για το 2016 είχε κυμανθεί στο 7%.

Ο πληθωρισμός στα είδη πρώτης ανάγκης βρίσκεται αυτόν τον μήνα στο 12%. Τα βασικά είδη διαβίωσης  σε κάποιους δείκτες ξεπερνούν ακόμη και το 13%.

Η οικονομική αβεβαιότητα μεγαλώνει παρατηρώντας ότι το ιδιωτικό χρέος ανέρχεται στο 171% του ΑΕΠ και η μείωση στις εξαγωγές αγγίζει το 10,7% σε σχέση με το 2016.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι Οίκοι Αξιολόγησης έχουν προβεί σε σημαντικές παρατηρήσεις, ότι η Τουρκία έχει συναλλαγματικά αποθέματα που αρκούν μόνο για 6 μήνες και απαιτούνται άμεσα μέτρα ώστε να ανατραπεί το κλίμα και η τουρκική οικονομία να έχει πρόσβαση στις αγορές.

Αναμφίβολα, ο πόλεμος στην Αφρίν έχει στοιχίσει αρκετά στην τουρκική οικονομία. Δεν υπάρχουν προς το παρόν ακριβείς αριθμοί για το κόστος του πολέμου στην Αφρίν, αυτό όμως που είναι ξεκάθαρο είναι ότι η τουρκική οικονομία παρουσιάζει διπλάσια ελλείμματα σε σχέση με το 2017.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι στους δείκτες της παρουσιάζει ανάπτυξη της τάξης του 7%, αλλά η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στον υπερβολικό εσωτερικό δανεισμό και στην υπερθέρμανση της οικονομίας λόγω της υψηλής εσωτερικής κατανάλωσης.

*Πολιτικός Επιστήμονας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *