Η ραγδαία Φινλανδοποίηση της Ελλάδας: Η λεγόμενη πολιτική υπευθυνότητα, η πολιτική δειλία και η φυγομαχία…

(Ξένη δημοσίευση) Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Κωνσταντίνος Φλώρος επισκέφτηκαν την παρέμβριο Περιοχή Ευθύνης του Δ΄ Σώματος Στρατού, προκειμένου να επιθεωρήσουν τα μέτρα επιτήρησης κατά μήκος των συνόρων στο νομό Έβρου, τα οποία ενισχύονται με σκοπό την αποτροπή των παράνομων εισόδων προς την Ελλάδα, την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020. ΑΠΕ ΜΠΕ/ΓΕΕΘΑ/STR

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

ΜΕΡΟΣ Γ΄: Πλεόνασμα ενδοτισμού και πλήρης έλλειψη φαντασίας…

Μία εύκολη απολογία που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών για να διασκεδάσουν την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι η ανεξέλεγκτη τροπή που θα μπορούσε να πάρει μια θερμή αντιπαράθεση με την Τουρκία. Υπονοώντας ότι τελικά μπορεί να χάσουμε πολύ περισσότερα από αυτά που επιχειρήσαμε να προστατέψουμε.

Από μόνη της αυτή η θεωρία των «λελογισμένων παραχωρήσεων» που βαφτίζεται αναίσχυντα «πολιτική υπευθυνότατα», υποκρύπτει το στοιχείο του φόβου και της ηττοπάθειας. Πράγματι οι στρατιωτικές συγκρούσεις μπορεί να καταστούν ανεξέλεγκτες.

Στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου, που είχα την τύχη να βρεθώ ως μεταπτυχιακός φοιτητής με αντικείμενο την Θεωρία του Πολέμου (War Studies), το πρώτο πράγμα που μαθαίναμε είναι ότι οι αναμετρήσεις με …πραγματικά πυρά, δεν υπακούουν σε σχεδιασμούς επί χάρτου, με διαβήτη και μοιρογνωμόνιο.

  • Από την στιγμή που θα ακουστεί το πρώτο «μπαμ» διαχέεται, αυτό που ο Κλάουσεβιτς ονομάζει «ομίχλη του πολέμου». Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει με βεβαιότητα, ούτε την διάρκεια, ούτε το επίπεδο κλιμάκωσης της αναμέτρησης. Και βεβαίως δεν μπορεί να μαντέψει με μαθηματική βεβαιότητα τον νικητή.

Είναι επίσης αλήθεια ότι το «θέατρο πολέμου» στο Αιγαίο δεν ευνοεί τις ελληνικές αμυντικές επιδιώξεις σε ένα επεισόδιο μικρής διάρκειας και μέτριας έντασης. Οι Τούρκοι μπορούν σχετικά εύκολα να αποσπάσουν ένα εδαφικό όφελος, έστω και συμβολικού χαρακτήρα(π.χ. μια ακατοίκητη βραχονησίδα) και η Ελλάδα για να απαντήσει θα πρέπει να ανεβάσει την κλιμάκωση των επιχειρήσεων πυροβολώντας στο ψαχνό. Από κει και πέρα ανοίγει το παιχνίδι και μέχρι να επέμβουν σε ρόλο διαιτητή υπέρτερες δυνάμεις, μπορεί να έχει προκύψει ένας μίνι ελληνοτουρκικός πόλεμος ευρείας κλίμακας.

Όλα αυτά σωστά είναι, αλλά δεν απαντούν στο ερώτημα τι κάνει μια εκλεγμένη και θεωρητικώς ανεξάρτητη κυβέρνηση, όταν ο εχθρός προκαλεί σε καθημερινή βάση με έμπρακτη αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας σε θάλασσα και στεριά; Κάθεται με σταυρωμένα χέρια και διαμηνύει ότι δεν θα «τσακωθεί» για λίγες δεκάδες μέτρα;

Μα αν είναι αυτή η «υπεύθυνη στάση» για τις κυβερνήσεις, η νεότερη Ελλάδα θα είχε μείνει στην Ελασσόνα. Και δίνοντας λίγα-λίγα τα μέτρα στη στεριά και τα μίλια στη θάλασσα, εύκολα εκεί θα μπορούσε να γυρίσει.

Υπάρχει επομένως μια λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την υπευθυνότητα από την δειλία, τον ενδοτισμό και τελικά την μειοδοσία. Ας υποθέσουμε όμως ότι η σημερινή «υπεύθυνη» κυβέρνηση θέλει να εξαντλήσει κάθε μέσο ειρηνικής αναχαίτισης της τουρκικής επιβουλής για να αποφευχθεί η αιματοχυσία.

  • Δεν υπάρχει άλλο μέσο αποτροπής της τουρκικής απειλής, πλην της «φινλανδοποίησης» και του κατευνασμού, που αναφέραμε στα δύο προηγούμενα άρθρα; Είναι μονόδρομος διασφάλισης της ειρήνης μια αναγκαστική «μοιρασιά» μέσω προσφυγής στην…καρμανιόλα της Χάγης;

Ασφαλώς και όχι είναι η απάντηση. Μόνο προδότες που δεν σέβονται τα ιερά και όσια των προγόνων τους μπορούν να ισχυριστούν ότι ήρθε η ώρα να παραχωρήσουμε «ειρηνικά» όσα κατακτήθηκαν με αίμα.

Η «υπευθυνότητα» της πολιτικής του ενδοτισμού είναι πέρα για πέρα προσχηματική. Στην πράξη, εκτός από τον φόβο του πολιτικού κόστους ενός «ατυχούς», για την Ελλάδα, πολεμικού επεισοδίου που διακατέχει τους ψοφοδεείς πολιτικούς μας, υπερισχύει η εξάρτηση από ξένα συμφέροντα που δεν επιτρέπουν μια «δυναμική» απάντηση στις προκλήσεις της γείτονος.

Τα συμφέροντα αυτά, με προεξάρχουσα στην Ευρώπη την Γερμανία, έχουν φροντίσει τα τελευταία χρόνια να στραγγαλίσουν τον αμυντικό προυπολογισμό της Ελλάδας μειώνοντας την αποτρεπτική της ικανότητα και βεβαίως καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη την απόφαση των κυβερνήσεων να πατήσουν την σκανδάλη για να υπερασπιστούν «ημέτερο έδαφος».

Το πώς επέτρεψαν διαδοχικές κυβερνήσεις  σε ξένους να έχουν λόγο στις δικές μας αμυντικές δαπάνες, με ορθάνοιχτο μάλιστα το μέτωπο της απειλής στο Αιγαίο, είναι ασφαλώς κάτι που θα το κρίνει η ιστορία.  Η ιστορία θα κρίνει επίσης πώς ελληνικές κυβερνήσεις αποδέχτηκαν να γεμίσουν την χώρα με  αλλόθρησκούς μετανάστες, αλλοιώνοντας την πληθυσμιακή και εθνολογική της σύσταση, επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν ότι ο κάθε τυχοδιώκτης ή προβοκάτορας ισλαμοκανίβαλος δικαιούται «διεθνούς προστασίας».

Ένα τρίτο ερωτηματικό αφορά την τραγική αβελτηρία της ελληνικής διπλωματίας που αντί να αναζητήσει εγκαίρως συμμαχίες σε περιφερειακό επίπεδο σέρνεται πίσω από τις πρωτοβουλίες της Αγκυρας, χωρίς να δημιουργεί προυποθέσεις απάντησης.

Καλό θα είναι να μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Στο βαθμό που η Ελλάδα πράγματι επιθυμεί να αναχαιτίσει την τουρκική επέκταση, χωρίς-έστω- να διακινδυνεύσει πολεμική σύρραξη, μπορεί και οφείλει να προχωρήσει στα παρά κάτω απλούστατα μέτρα:

  1. Αμεση και κάθετη αύξηση των αμυντικών δαπανών και ανασύσταση της πολεμικής βιομηχανίας, που μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τον εθνικό προυπολογισμό, ειδικά τώρα που σύμφωνα με τον Μητσοτάκη, θα γίνουμε πλούσιοι…
  2. Αμεση αναστολή χορήγησης ασύλου για όσο διάστημα συνεχίζονται οι τουρκικές προκλήσεις και στο βαθμό που η Αγκυρα αρνείται, με διάφορα προσχήματα, να δεχτεί τις επαναπροωθήσεις.
  3. Αμεση οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο (έστω και με «εκπτώσεις») και σύναψη αμυντικού συμφώνου αμοιβαίας συνδρομής με το Ισραήλ σε αντάλλαγμα ελληνικής αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Eβραικού κράτους, πριν ολοκληρωθεί η διαφαινόμενη στροφή προς την Τουρκία.

Αυτές οι «αναίμακτες» πρωτοβουλίες αρκούν για μια εντυπωσιακή αναβάθμιση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας μέσα σε λίγους μήνες.

Δεν απαιτούν «ρίσκο», απαιτούν μόνο πολιτική βούληση. Μόνο που η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως και οι προηγούμενες, δεν πρόκειται να τις πάρει. Κι αν η τουρκική καταπάτηση μας βρει με τα παντελόνια κατεβασμένα, ο ιστορικός του μέλλοντος πολύ φοβούμαι ότι θα αναρωτιέται, πώς μετά από τέτοια εθνική κατάπτωση δεν προέκυψε ένα Γουδί. Είτε στην εκδοχή της «επανάστασης», είτε στην εκδοχή της «τιμωρίας»…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *