Η ρωσική εισβολή, ο ακραίος παραλογισμός και “ένα κακό προηγούμενο προς αποφυγήν” για όλους τους απάνθρωπους

epa10377750 People attend a Christmas Eve service in Mykhailivsky monastery in Kyiv, Ukraine, 24 December 2022. EPA, OLEG PETRASYUK

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Για πρώτη φορά ο Βλαντιμίρ Πούτιν ομολόγησε ότι είναι «εξαιρετικά δύσκολη» η κατάσταση στις τέσσερις ουκρανικές περιοχές που έχει προσαρτήσει η Ρωσία. Το Γενικό Επιτελείο των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων υποστήριξε ότι περισσότεροι από 100.000 Ρώσοι στρατιώτες έχουν σκοτωθεί από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.

Δέκα μήνες μετά και με βάση τα έως τώρα δεδομένα, η λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» αποτυγχάνει οικτρά και το καθεστώς Πούτιν εξακολουθεί να κρύβει την αλήθεια από τον ρωσικό λαό.

Η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να μένει σιωπηλή και αμέτοχη μπροστά σε αυτό το δράμα. Τα εγκλήματα πολέμου αμαυρώνουν την ιστορία της ανθρωπότητας και, δυστυχώς, δεν αναμένεται άμεσο τέλος αυτού του ακραίου παραλογισμού.

Όπως συνέβη στο παρελθόν και με άλλους πολέμους και ιμπεριαλιστικές εκστρατείες, όταν ο εισβολέας τα βρίσκει σκούρα επιχειρεί να τρομοκρατήσει τον άμαχο πληθυσμό και να διαβρώσει το μέτωπο στήριξης ενός λαού που αντιστέκεται στον κατακτητή.

  • «Αυτό για το οποίο έχω εφιάλτες είναι ο πρόεδρος Πούτιν να συμπεράνει ότι μπορεί να καλύψει αυτή την ταπεινωτική ήττα εξαπολύοντας πυρηνική επίθεση στο Κίεβο για να επηρεάσει την αλλαγή καθεστώτος, εξουδετερώνοντας την ουκρανική κυβέρνηση» υποστήριξε ο Michael Mazarr ανώτερος πολιτικός επιστήμονας στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης «RAND Corporation», μιλώντας σε συζήτηση για το τι μέλλει γενέσθαι στην Ουκρανία.

Στην ίδια συζήτηση, που διοργάνωσε το «Carnegie Endowment for International Peace», ο Patrick Porter, καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, διατύπωσε την άποψη:

«Δεν χρειάζεται να “προσαρμοστείτε” στις ιδιαιτερότητες του Βλαντιμίρ Πούτιν για να καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι η πυρηνική χρήση είναι δυνατή επειδή είναι ένα κυρίαρχο δόγμα μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων όταν αντιμετωπίζουν την προοπτική τής “συμβατικής ήττας” και όπου το διακύβευμα είναι υψηλό, ώστε να μπουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά.

Αυτό ήταν το δόγμα του ΝΑΤΟ στο ευρωπαϊκό πεδίο από το 1965, για να αντισταθμίσει και να αποτρέψει τη “συμβατική ήττα” με την απειλή για χρήση πυρηνικών. Παρόμοια ιστορία μπορείτε να πείτε για το Πακιστάν, την Ινδία, ακόμη και τη Βόρεια Κορέα».

Τόσο οι δυο προαναφερόμενοι ομιλητές όσο και άλλοι συμμετέχοντες υπογράμμισαν επίσης ότι πέρα από την ορατή πιθανότητα για χρήση πυρηνικών από μέρους της Ρωσίας, η συγκεκριμένη απειλή έχει διττό στόχο: να αναγκάσει την Ουκρανία να συμβιβαστεί με τετελεσμένα επί του εδάφους και να διχάσει τη Δύση μέσω του ψυχολογικού τρόμου. Όσο μπορεί να θεωρείται μπλόφα αυτός ο εκβιασμός, άλλο τόσο μπορεί να θεωρείται αληθινός.

Φαίνεται λοιπόν ότι για να προληφθούν αρνητικές εξελίξεις στο «ισχυρό μέτωπο» που έχει διαμορφωθεί για οικονομική και στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας, αλλά και για να αντιμετωπιστούν ακόμα χειρότερες καταστάσεις σε σχέση με τις αντοχές των Ουκρανών, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίσκεψη στην Ουάσιγκτον.

Ήταν το πρώτο ταξίδι του από την εισβολή της Ρωσίας (στις 24 Φεβρουαρίου 2022) και με βασική επιδίωξη να συσπειρώσει, να πείσει και να «δεσμεύσει» την ηγεσία και τον πολιτικό κόσμο των ΗΠΑ για συνεχή στρατιωτική και οικονομική βοήθεια μέχρι την αποτίναξη της ρωσικής κατοχής.

  • Από πλευράς της κυβέρνησης Μπάιντεν και της ρεπουμπλικανικής αντιπολίτευσης παρουσιάστηκαν ιδέες για «εξελίξεις και προϋποθέσεις» που θα μπορούσαν να συντείνουν στον τερματισμό του πολέμου.

«Διεξήχθη σε βάθος στρατηγική συζήτηση για το μέλλον στο πεδίο της μάχης», αναφέρθηκε από Αμερικανό αξιωματούχο, ο οποίος επεσήμανε ότι «ο κ. Πούτιν προφανώς δεν ενδιαφέρεται για τη διπλωματία αυτή τη στιγμή. Το αντίθετο μάλιστα. Ενδιαφέρεται να σκοτώσει περισσότερους Ουκρανούς αμάχους, στοχεύοντας τις μη στρατιωτικές ενεργειακές υποδομές».

Μετά την υπερψήφιση από την αμερικανική Γερουσία, και η Βουλή των Αντιπροσώπων υπερψήφισε την Παρασκευή τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ύψους 1,66 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που περιλαμβάνει ποσό-ρεκόρ για τη χρηματοδότηση του αμυντικού τομέα, καθώς και 45 δισεκατομμύρια δολάρια, υπό τη μορφή στρατιωτικής βοήθειας, προς την Ουκρανία.

Το βασικό μήνυμα από τις ΗΠΑ είναι ότι η Ουάσιγκτον θα σταθεί στο πλευρό της Ουκρανίας για όσο χρόνο χρειαστεί. Την ίδια στιγμή όμως, η διάθεση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων και η ορατή πιθανότητα για μακροχρόνιο πόλεμο «σκιάζουν» τις υποσχέσεις και τις προοπτικές της αμερικανικής βοήθειας. Τον τελευταίο καιρό, υπάρχουν αρκετές ενδείξεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ ότι η διεθνής υποστήριξη προς την Ουκρανία δοκιμάζεται, γι’ αυτό άρχισαν να βρίσκουν απήχηση διάφορες φωνές όσον αφορά την «αναγκαιότητα» τερματισμού του πολέμου.

Από την 1η Ιανουαρίου, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα έχει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η αμερικανική πρωτεύουσα αναμένεται να βιώσει ξανά (τουλάχιστον για δυο χρόνια, έως τις προεδρικές εκλογές του 2024) συνθήκες έντονης πόλωσης, που, σίγουρα θα επηρεάσουν και τα ζητήματα που αφορούν τη βοήθεια στην Ουκρανία.

Κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών τον περασμένο μήνα, αρκετοί Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι για τη Βουλή και τη Γερουσία είχαν υποστηρίξει τον τερματισμό της οικονομικής στήριξης προς το Κίεβο. Μη κυβερνητικές οργανώσεις προβάλλουν την άποψη ότι ο Αμερικανός φορολογούμενος «πληρώνει τα σπασμένα», αντιμετωπίζει τον υψηλό πληθωρισμό και την προοπτική περαιτέρω οικονομικής συρρίκνωσης, αλλά οι ενεργειακοί κολοσσοί και η αμυντική βιομηχανία έχουν τεράστια κέρδη.

Όπως υποστηρίζεται, το Αφγανιστάν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, αν και πρόκειται για δυο διαφορετικές περιπτώσεις. Για δυο δεκαετίες όμως, οι ΗΠΑ διέθεσαν περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια και στο τέλος οι κυβερνητικές δυνάμεις της χώρας κατέρρευσαν και οι Ταλιμπάν εισέβαλαν στην Καμπούλ και επέστρεψαν στην εξουσία.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ», η υποστήριξη προς την Ουκρανία «αρχίζει να διολισθαίνει».

  • Η ισχυρή πλειοψηφία των Αμερικανών συνεχίζει να υποστηρίζει την αποστολή όπλων και οικονομικής βοήθειας στην Ουκρανία, αλλά καθώς ο πόλεμος φαίνεται ότι θα κρατήσει για πολύ, οι Αμερικανοί διχάζονται για το αν η Ουάσιγκτον πρέπει να πιέσει το Κίεβο να επιτύχει μια ειρήνη μέσω διαπραγματεύσεων το συντομότερο δυνατό..

Ο βουλευτής Κέβιν Μακάρθι, ο οποίος θα είναι ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία της Βουλής, διαδεχόμενος την Δημοκρατική Νάνσι Πελόζι, έχει αναφέρει ότι το κόμμα του δεν θα δώσει «λευκή επιταγή» για την Ουκρανία. Την ίδια φράση είχε χρησιμοποιήσει και ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, όταν τρεις μέρες μετά τις εκλογές, είχε πει ότι «δεν δίνουμε λευκή επιταγή» στην Ουκρανία, επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν απορρίψει πολλά από τα αιτήματα του Κίεβου.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την επίσκεψη Ζελένσκι στην Ουάσιγκτον και την πρόσφατη δήλωση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ότι η Δύση θα πρέπει να εξετάσει πώς να αντιμετωπίσει την ανάγκη της Ρωσίας για εγγυήσεις όσον αφορά την ασφάλειά της, αν ο Ρώσος πρόεδρος συμφωνήσει σε διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου, ενδεχομένως να σηματοδοτούν το ξεκίνημα της αντίστροφης μέτρησης για το τέλος του πολέμου και για μια νέα «αρχιτεκτονική ασφάλειας» στην Ευρώπη.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται για το 2023 είναι αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν, λόγω των τραγικών συνεπειών και αδιεξόδων που επιφέρει και για τη δική του χώρα αυτός ο παράλογος πόλεμος, αναγκαστεί κάποια στιγμή να λογικευτεί, επιδεικνύοντας ρεαλισμό ή θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο;

Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (και με το βαρύ κόστος που είχαν οι αμερικανικές εισβολές σε Αφγανιστάν και Ιράκ), η πλειοψηφία των πολιτών στις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανιζόταν αντίθετη σε οποιαδήποτε νέα αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο εξωτερικό, υποστηρίζοντας ότι τα δισεκατομμύρια δολάρια που δίνονται σε πολέμους θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες του αμερικανικού λαού και για τις υποδομές της χώρας.

  • Αυτή τη νέα πραγματικότητα είχε «αξιοποιήσει» δεόντως ο Ντόναλντ Τραμπ και σε κάποιο βαθμό συνέτεινε στην εκλογή του το 2016, προβάλλοντας ακόμα και την άποψη ότι το «ΝΑΤΟ είναι άχρηστο».
  • Επίσης, ο πολιτικός λόγος του ανεξάρτητου γερουσιαστή και υποψήφιου για το χρίσμα των Δημοκρατικών, Μπέρνι Σάντερς, είχε μεγάλη απήχηση εξαιτίας και των όσων υποστήριζε για τα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας.

Η απόφαση όμως του Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία και τα όσα τραγικά ακολούθησαν, οδήγησαν στην αλλαγή σκέψης και διάθεσης των περισσοτέρων Αμερικανών για το ρόλο των ΗΠΑ στο διεθνές δίκαιο και τα διεθνή δρώμενα. Επιπλέον, σύμφωνα με σχετικές δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία των Αμερικανών και των Ευρωπαίων θεωρεί πια ότι το ΝΑΤΟ είναι απαραίτητο για την ασφάλειά του, υποστηρίζοντας τη διεύρυνσή του.

Γι’ αυτό, μπορεί να έχουν ξεκινήσει συζητήσεις και να εμφανίζεται μία διστακτική διάθεση για την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, αλλά την ίδια στιγμή, η χωρίς όρια επιθετικότητα και βαρβαρότητα του εισβολέα πεισματώνει ακόμα περισσότερο τον κόσμο ώστε αυτή η εγκληματική εισβολή να αποτελέσει για όλους τους απάνθρωπους ιμπεριαλιστές και για όλα τα αυταρχικά καθεστώτα «ένα κακό προηγούμενο προς αποφυγήν».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *