Η Συμφωνία του Ειρηνικού (AUKUS) και η σημειολογία της για την Ανατολική Μεσόγειο

FILE PHOTO: Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον στην διάρκεια της εικονικής συνέντευξης Τύπου για το σύμφωνο AUKUS. EPA, Oliver Contreras, POOL

Του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Λ. ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από την εποχή του περίφημου Συμφώνου Μολότωφ-Ρίμπεντροπ (23 Αυγούστου 1939) είχε να δοκιμάσει η ανθρωπότητα τέτοια ισχυρή έκπληξη σαν και αυτή με τη Συμφωνία AUKUS. Η μυστικοπάθεια που περιέβαλε τις διαπραγματεύσεις της πρώτης επαναλήφθηκε και εδώ, χωρίς ωστόσο το διεθνές κλίμα να υπαγορεύει μια τέτοια διπλωματική ενέργεια. Η έκπληξη την οποία δοκίμασε η Ευρώπη και ιδιαίτερα η Γαλλία ήταν τόσο ισχυρή, ώστε η ίδια, θεωρώντας εαυτήν προσβεβλημένη ανεκάλεσε τον πρεσβευτή της στις ΗΠΑ. Η Συμφωνία αυτή των τριών δυνάμεων, Αυστραλίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Ηνωμένων Πολιτειών για συμμαχία και σύμπραξη στον Ειρηνικό δεν μπορεί παρά να ανακαλέσει στη μνήμη μας το ανέκδοτο των τριών Ευαγγελιστών που στο τέλος απέμεινε ένας και αυτός ο ένας δεν είναι κατά τη γνώμη μας οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έλκουν τα βέλη της ευρωπαϊκής κριτικής, ως πρωταγωνίστρια δύναμη της Συμφωνίας του Ειρηνικού, αλλά το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο επεδίωξε με τον τρόπο αυτόν να ανασυστήσει την Κοινοπολιτεία και να υπερφαλαγγίσει ολόκληρη την Ευρώπη, προβάλλοντας στην περιοχή τις υποφώσκουσες στρατηγικές της επιδιώξεις σε συνεργασία με τις ΗΠΑ.

Η τριμερής συμφωνία μετατοπίζει βέβαια το κέντρο βάρους της γεωστρατηγικής από την Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο στον Ειρηνικό, για να αποφύγει βέβαια την αλματωδώς αυξανόμενη οικονομική επιρροή της Κίνας με πλήρη συνείδηση των ανεπαρκειών της Ευρωπαϊκής ένωσης να αρθρώσει ένα δυναμικό ρόλο στα γεωστρατηγικά τεκταινόμενα. Η κύρια δύναμη που επλήγη είναι η Γαλλία, στην οποία έσπευσαν βέβαια οι υπόλοιποι εταίροι να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους, έστω και προσχηματικά, αφού δεν βοήθησαν αρκούντως στη δημιουργία ενός ευρωστρατού και ενός ευρωπαϊκού στόλου, ο οποίος θα προστάτευε τα συμφέροντα των Ευρωπαίων στην Ανατολική Μεσόγειο και έναντι μιας διστακτικής Αμερικής και έναντι ενός φιλόδοξου νεοοθωμανού σουλτάνου. Η πλήρης αποτυχία της Ευρωπαϊκής ένωσης έγκειται στο γεγονός ότι 30 χρόνια μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν δρομολόγησε την κατάργηση του ΝΑΤΟ, ενός οργανισμού που εξ ορισμού προστάτευε τα οικονομικά και εμπορικά και στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την ψυχροπολεμική περίοδο. Οι ασύμμετρες απειλές και η τρομοκρατία επινοήθηκαν από τις ΗΠΑ για να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στην Ευρώπη και την πώληση αμυντικής τεχνολογίας για οικονομικό όφελος.

Μεγάλο κίνδυνο συνιστά επίσης στη συμφωνία του Ειρηνικού η παράδοση πυρηνικών υποβρυχίων, επειδή επιφέρει διασπορά των πυρηνικών όπλων, υπονομεύοντας έτσι τη σχετική Συνθήκη, την οποία πρώτος θα σπεύσει να εκμεταλλευθεί ο οποιοσδήποτε ηγέτης της Τουρκίας με το πυρηνικό εργοστάσιο που ετοιμάζεται, όχι βέβαια χωρίς τη συνδρομή κάποιων ισχυρών δυνάμεων. Αυτό προκαλεί έναν αόριστο μελλοντικό κίνδυνο, η αντιμετώπιση του οποίου πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της ελληνοκυπριακής αμυντικής πολιτικής και των στρατηγικών αναλύσεων των σχετικών γεωστρατηγικών κέντρων. Η συμφωνία του Ειρηνικού, ένα μικρό ΝΑΤΟ στην ευρύτερη αυτή περιοχή φαίνεται πως θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, για να υπάρξουν εξελίξεις στρατηγικές στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η μεγάλη ευθύνη που βαραίνει τη Γαλλία ως οικονομική, πυρηνική και στρατιωτικά μη νατοϊκή δύναμη είναι να αναλάβει μια προσπάθεια μαζί με μια δημοκρατική και μετα-μερκελική Γερμανία για την καθιέρωση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, δηλαδή ενός συγκροτημένου αμυντικού ευρωπαϊκού βραχίονα που θα θέσει εκποδών τις αναχρονιστικές νατοϊκές δομές και αντιλήψεις. Και αν ακόμα η Γερμανία αρνηθεί να συμμετάσχει σε μια τέτοια κίνηση, είναι σαφές ότι πρέπει να επωμισθεί μόνη η Γαλλία την ευθύνη αυτή και να ηγηθεί μιας ευρωπαϊκής ναυτικής δύναμης που θα κάνει αισθητά κυρίαρχη την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο, εκτοπίζοντας τις νεοοθωμανικές φιλοδοξίες. Η πρόσφατη ανακοίνωση για δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πυρήνα 5000 στρατιωτών αποτελεί μια καλή αρχή. Σε αυτή την ευρωπαϊκή προσπάθεια αρωγοί πρέπει να σταθούν η Ελλάδα και η Κύπρος. Γι’ αυτές το πρόταγμα τώρα είναι, εκτός από την προώθηση συμμαχιών με ισχυρές χώρες της περιοχής να ανασυγκροτήσουν τις ένοπλές τους δυνάμεις και την αμυντική του βιομηχανία και σε κλασσική, αλλά και σε νεωτεριστική  μορφή ως προς τα οπλικά συστήματα, όπως drones και laser, για να ανατρέψουν τη δυσμενή αριθμητική υπεροχή της Τουρκίας με την ποιότητα των αμυντικών εξοπλισμών, την ενίσχυση του ενιαίου αμυντικού χώρου και την αλλαγή του αμυντικού δόγματος από αμυντικό σε επιθετικό. Οι διπλωματικές κινήσεις της Ελλάδος μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν σε μια συμμαχία μεσογειακών κρατών (Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ, Αιγύπτου, Λιβύης κ.ά.) που θα εγγυώνται με τη διαρκή παρουσία των αεροναυτικών δυνάμεών τους στην Ανατολική Μεσόγειο την ασφάλεια της. Η συμμαχία αυτή, ένα είδος Μεσογειακής Συμπολιτείας, αποτελεί απαραίτητη ασπίδα προστασίας, για να αναχαιτισθούν οι αναθεωρητικές οθωμανικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.

Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη και η Ελλάδα είναι έτοιμες γι’ αυτές τις εξελίξεις ή θα περιορισθούν πάλι σε λόγια και παρελάσεις, αφήνοντας απεριόριστο χώρο στον ακάθεκτο αναθεωρητικό νεοοθωμανισμό να προωθήσει τα σχέδιά του.

* Καθηγητής Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Φ. Σ. ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *