Οι συνέπειες που θα επιφέρει η τυχόν ικανοποίηση αυτής της αντινομικής και αντιευρωπαϊκής επιδίωξης της Τουρκίας, για τις τέσσερις ελευθερίες

FILE PHOTO. Το θέμα των τεσσάρων ελευθεριών που αξιώνει η Τουρκία απασχόλησε συνάντηση που είχαν στις Βρυξέλλες στις 5 Απριλίου ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ με τον Τ/κ ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί/ ΚΥΠΕ.

Του Ανδρέα Σ. Αγγελίδη
Το άρθρο 45 (1) και (2) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης» ένα από τα δικαιώματα των τεσσάρων ελευθεριών που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση για τους πολίτες της. Ένα δικαίωμα Ευρωπαίων πολιτών που διεκδικεί αυθαίρετα και αιφνίδια η Τουρκία, για τους ΜΗ Ευρωπαίους πολίτες υπηκόους της, ως μέρος της λύσης του Κυπριακού προβλήματος.

Πρόσφατα και εξόχως επίκαιρη, είναι η απόφαση της Δικαστού του Διοικητικού Δικαστηρίου κας Ε. Μιχαήλ, με την οποία αποδέχθηκε τις προσφυγές των Δημήτρη Μιχαήλ και Μιχαήλ Παπά κατά της ΕΔΥ, οι οποίες συνεκδικάστηκαν γιατί ουσιαστικά αφορούσαν σε αντίστοιχα αιτήματα, για αναγνώριση προηγούμενης υπηρεσίας σε άλλο Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (χάριν της ιστορίας δικηγόροι των Αιτητών ήσαν το γραφείο των κ.κ. Αρτεμίου, Πιερή και το γραφείο Ανδρέα Σ. Αγγελίδη). Με δεδομένο ότι και οι δύο αυτοί υπάλληλοι της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εργάστηκαν προγενέστερα σε άλλες χώρες, Μέλη επίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου και έκρινε ότι αυτή η προϋπηρεσία τους προσμετρά, ως μέρος της συνολικής και συνεχιζόμενης υπηρεσίας τους στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Το πρόβλημα προέκυψε επειδή η ΕΔΥ, δεν αποδέχθηκε το αίτημα γιατί, ακολούθησε τότε γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας, που στηρίχθηκε αποκλειστικά στην πρόνοια του άρθρου 49 του Νόμου περί Δημόσιας Υπηρεσίας και συγκεκριμένα στην ερμηνεία περί την «προηγούμενη αρχαιότητα».

Όμως η ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο αυτό κρίθηκε Δικαστικά ότι, αποτελεί ουσιαστικά τη βάση του εκ προοιμίου αποκλεισμού του ενδεχομένου αναγνώρισης προηγούμενης στο εξωτερικό υπηρεσίας υπαλλήλου, που απασχολείται στην Κυπριακή Δημόσια Υπηρεσία. Τούτο μάλιστα ακόμα και όταν αυτή η προηγούμενη υπηρεσία ήταν σε όμοια ή παρόμοια δραστηριότητα.

Δόθηκε δηλαδή από την ΕΔΥ ανεπίτρεπτα, υπεροχή στην Εθνική Νομοθεσία, πλην όμως ο απόλυτος αυτός αποκλεισμός κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 45 της Συνθήκης και γενικότερα σχετική Ευρωπαϊκή Νομολογία η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει ότι: «…κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία προβλέπεται τόσο στο άρθρο 48 της Συνθήκης όσο και στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, απαγορεύει όχι μόνον τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διάκρισης, η οποία, κατ’ εφαρμογήν άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα».

Άλλωστε μια διάταξη εθνικού δικαίου, αντίθετη στη Σύμβαση, η οποία δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις εφόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικά τους διακινούμενους εργαζομένους.

Είναι γι’ αυτό το λόγον που το Δικαστήριο, υπενθύμισε ότι, το Άρθρο 1Α του Συντάγματος κατοχυρώνει την υπεροχή της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας ως επίσης κατοχυρώνει και τις υποχρεώσεις της Κύπρου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Άρθρο 179.2 του Συντάγματος προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κανένας νόμος και καμία πράξη ή απόφαση οποιουδήποτε οργάνου ή αρχής που ασκεί εκτελεστική εξουσία μπορεί να είναι με οποιονδήποτε τρόπο αντίθετη ή ασύμφωνη όχι μόνο με τις διατάξεις του Συντάγματος αλλά και με οποιανδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στην Κύπρο ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η ερμηνεία που απέδωσε η ΕΔΥ στις πρόνοιες του εθνικού Νόμου, συγκρούετο και/ή είναι αντίθετη με τις υποχρεώσεις της Κύπρου κατά τη Συνθήκη. Μάλιστα το Δικαστήριο τόνισε ότι ως χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συντρέχει το καθήκον της μη εφαρμογής εθνικής νομοθεσίας, εκεί και όταν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο. Καθήκον μάλιστα που δεν βαρύνει μόνο τα εθνικά Δικαστήρια, αλλά αφορά και δεσμεύει όλα τα Κρατικά όργανα και διοικητικές αρχές.

Συνεπώς η απόφαση αυτή προειδοποιεί και διαπαιδαγωγεί ότι επιβάλλεται πολιτικά και νομικά, να σταθμιστούν ορθά και άμεσα, οι συνέπειες που θα επιφέρει η τυχόν ικανοποίηση αυτής της αντινομικής και αντιευρωπαϊκής επιδίωξης της Τουρκίας, για τις τέσσερις ελευθερίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ των υπηκόων της, ενώ δεν είναι Ευρωπαίοι πολίτες. Ένας πρόσθετος προβληματισμός για μια καλά προετοιμασμένη αντίδραση μας σε πολιτικό επίπεδο.

Προφανώς ένα εκ των καθηκόντων που οφείλει να εκπληρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία πέραν από το σεβασμό στην υπεροχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι, να υποδείξει προς όλα τα θεσμικά κεντρικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συμβούλιο, Επιτροπή και Κοινοβούλιο) ότι, οι ελευθερίες αυτές αφορούν μόνο στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αυτή την αρχή, οφείλουν να τη σεβαστούν και να την τηρήσουν όλα τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω και εάν ο κ. Άιντα έχει άλλη πρόθεση και επιδίωξη.

*Δικηγόρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *