Η Τουρκία μετέβη στην Ελβετία όχι για επίτευξη λύσης στο Κυπριακό αλλά για να απαιτήσει περισσότερα

FILE PHOTO. Ο ηγέτης των τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί στο Κραν Μοντάνα. ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Της Γεωργίας Αντωνίου
Μετά τις μαραθώνιες διασκέψεις για το Κυπριακό και τις άγονες προσπάθειες για λύση, το συμπέρασμα συνοψίζεται στο εξής: Η Τουρκία μετέβη στην Ελβετία όχι για επίτευξη λύσης στο κυπριακό πρόβλημα αλλά για να απαιτήσει περισσότερα απ’ όσα παράνομα πήρε με την εισβολή και κατοχή. Η Τουρκία διεκδίκησε με πρωτοφανή θράσος και αποφασιστικότητα την παραμονή στρατού και εγγυήσεων, επιμένοντας στα επεμβατικά δικαιώματα, για να μπορεί να επέμβει εκεί και όπου κρίνει.

Και επειδή μέχρι εδώ είναι πάνω κάτω γνωστά τα γεγονότα, ο Ελληνοκύπριος πολίτης, ο πρόσφυγας, ο νέος που ονειρεύεται να ζήσει σε μια απελευθερωμένη χώρα αλλά και ο μεγαλύτερος ηλικιακά πολίτης, ο οποίος επιθυμεί επιστροφή στα χωριά και στις πατρογονικές του εστίες, είναι εύλογο να διερωτάται τι μπορεί πλέον να περιμένει μετά απ’ αυτό. Θα δώσω την απάντηση, αν και δεν είναι εύκολη. Οι επιλογές είναι δύο: Ημικατεχόμενη πατρίδα με εγγυήσεις και στρατεύματα ή ριζική αλλαγή πολιτικής και στρατηγικής στα εθνικά θέματα. 

Ας κατανοήσουμε πως στη σκακιέρα των διεθνών σχέσεων το μικρό και αδύναμο οικονομικά και στρατιωτικά κράτος δεν πρόκειται ποτέ να έχει το επάνω χέρι και τον πρώτο λόγο αν δεν κάνει τις σωστές συνεργασίες με μεγάλες δυνάμεις της διεθνούς σκηνής, όπως η Ρωσία και η Αμερική. Θα πρέπει σιγά-σιγά να αντιληφθούμε πως κανένα μικρό κράτος δεν μπορεί να είναι αδέσμευτο, αποστρατικοποιημένο, ανεξάρτητο από διεθνείς παρεμβάσεις και ελεύθερο να χαράξει τη δική του πορεία, χωρίς δυνατούς συμμάχους. Στις διεθνείς σχέσεις γνωρίζουν πολύ καλά πως στην πολιτική ο μόνος όρος που κυριαρχεί είναι ο όρος της επιβολής του δυνατού πάνω στον αδύνατο για την εκπλήρωση των συμφερόντων του δυνατού (realism).

Η Τουρκία τον έχει αναγάγει σε τέχνη τον όρο αυτό καταπατώντας ακόμη και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Θα πρέπει κι εμείς με τη σειρά μας να κατανοήσουμε πως στη διεθνή σκηνή αυτό είναι αποδεκτό, έστω και αν υπάρχει αδικία σ’ αυτή την πολιτική προσέγγιση. Γι’ αυτό και η αλλαγή στρατηγικής σε θέματα εθνικών θεμάτων που να συνδέονται με την ασφάλεια και το Κυπριακό πρέπει να περάσουν μέσα από συνεργασίες, κυρίως οικονομικές αλλά, αν χρειαστεί, και γεωπολιτικές, με μεγάλες και δυνατές χώρες, οι οποίες θα μπορούν με τη σειρά τους, για να διασφαλίσουν τα δικά τους στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα, να ασκήσουν πιέσεις και διπλωματικούς εκβιασμούς, αν χρειαστεί, στην Τουρκία. Μέση οδός δυστυχώς δεν υπάρχει.

Η διεθνής πολιτική δεν θα δει τον πρόσφυγα, την αδικία, την εισβολή και κατοχή. Θα δει την ισχή του δυνατού. Είτε θα παίξουμε στη διεθνή σκακιέρα με τους δικούς της όρους είτε θα συνεχίσουμε να χάνουμε στο διπλωματικό και στρατηγικό παιχνίδι. Και όσο η κατοχή συνεχίζεται, δυστυχώς δημιουργούνται καινούργια de facto δεδομένα τα οποία θα δώσουν μέσα στα επόμενα χρόνια άλλη διάσταση στο κυπριακό πρόβλημα και θα αλλάξουν ακόμη και το πώς η διεθνής κοινότητα βλέπει το κατεχόμενο κομμάτι της Κύπρου.

Ήδη στη συνείδηση των Ηνωμένων Εθνών υπάρχουν και συνομιλούν δυο κοινότητες και μιλάνε για τους εκπροσώπους αυτών ως σαν να μην υπάρχει αναγνωρισμένος και νόμιμος πρόεδρος κράτους. Αντιμετωπίζεται ο κατοχικός ηγέτης και η Τουρκία ως μέρος του κυπριακού γίγνεσθαι, χωρίς να λαμβάνεται και τόσο υπόψη πως για να υπάρχει αυτή η κατάληξη προηγήθηκε εισβολή, βία, πόλεμος, αγνοούμενοι και προσφυγιά.

Η Κύπρος υποκύπτει γιατί φοβάται να σηκώσει το κεφάλι στο ίδιο ύψος με τον αντίπαλό της. Δεν τολμά να αλλάξει ριζικά στρατηγική και να ζητήσει άμεσα πολιτική και οικονομική συνεργασία απο μεγάλες δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Αμερική. Όσο ο Κύπριος πολιτικός δεν βάζει στο πολιτικό παιχνίδι τα συμφέροντα των δυνατών χωρών και περιμένει κάμψη της τουρκικής αδιαλλαξίας, θα έχει τα ίδια αποτελέσματα σε κάθε διάσκεψη.

Το νησί αυτό, όσο αδύναμο και να είναι, έχει δυνατά χαρτιά, όπως η γεωγραφική του θέση και ο φυσικός του πλούτος, τα οποία, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, τις πιέσεις στην Τουρκία θα τις ασκούν πλέον πολιτικοί και οικονομικοί εταίροι οι οποίοι δεν θα δεχθούν επ’ ουδενί λόγο να μπει η Τουρκία εμπόδιο σε συνεργασίες που θα τους εξασφαλίζουν πρόσβαση σε μέρος των φυσικών πόρων και έλεγχο των χωρών της Μέσης Ανατολής μέσω Κύπρου.

Η ιδέα του αδέσμευτου και ανενόχλητου κράτους πρέπει να εγκαταλειφθεί. Τέτοιο δεν ήμασταν ποτέ και η επιμονή σ’ αυτό μόνο σε αδιέξοδες πολιτικές μπορεί να οδηγήσει. Η στρατηγική μας χρήζει άμεσης αλλαγής αλλά και τολμηρών αποφάσεων οι οποίες δεν θα έπρεπε να φοβίζουν αλλά να επιδιώκονται. Ιδού λοιπόν η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

*Εκπαιδευτικός- Διεθνολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *