Η Τουρκία, το ΝΑΤΟ κι εμείς: Αν είχαν την τόλμη θα υπέβαλλε και η Κύπρος αίτημα ένταξης στο ΝΑΤΟ μαζί με τις Φινλανδία και Σουηδία και θα έθεταν στους Αμερικανούς το δίλημμα

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Είναι γνωστό ότι το ΝΑΤΟ ήταν και είναι ο βραχίονας των ΗΠΑ για την εξάσκηση της αυτοκρατορικής τους πολιτικής. Ήδη, από την αρχαιότητα ο Θουκυδίδης μάς έχει διδάξει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυτοκρατορική-ιμπεριαλιστική πολιτική χωρίς μια ισχυρή συμμαχία απόλυτα ελεγχόμενη από το αυτοκρατορικό κέντρο. Αυτός είναι ο λόγος που το ΝΑΤΟ, το οποίο υποτίθεται δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση της σοβιετικής απειλής στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, παρέμεινε στην υπηρεσία των ΗΠΑ και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Και έτσι χρησιμοποιήθηκε στις επιχειρήσεις εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Λιβύης καθώς και στο Αφγανιστάν. Επιπλέον, παρά την υπόσχεση που δόθηκε στη Μόσχα, επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, με τελευταία απόπειρα να συμπεριλάβει ακόμη και την Ουκρανία. Αυτές δε τις μέρες, εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, ετοιμάζεται να υποδεχτεί δύο παραδοσιακά ουδέτερες χώρες, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Ο στόχος είναι η πλήρης περικύκλωση της Ρωσίας με ό,τι αυτό σημαίνει για μια χώρα με την τεράστια πυρηνική δύναμη κρούσης που διαθέτει.

Και ενώ η Δύση περίμενε ότι ο δρόμος για τη Φινλανδία και τη Σουηδία για την ένταξη στο ΝΑΤΟ θα ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, αίφνης υπήρξε έντονη αντίδραση από μέρους της Τουρκίας. Είναι βέβαιον ότι στο τέλος η Άγκυρα θα συγκατανεύσει για την ένταξη των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ, αλλά μετά από ένα ανατολίτικο παζάρι το οποίο θα οδηγήσει στην ικανοποίηση των περισσοτέρων από τα αιτήματά της. Και τα αιτήματα αυτά είναι πολλά. Αφορούν πρώτα τον περιορισμό, αν όχι την εξουδετέρωση των κουρδικών οργανώσεων που η Τουρκία θεωρεί τρομοκρατικές και που εκδηλώνονται στις δύο σκανδιναβικές χώρες. Πρόκειται για οργανώσεις Κούρδων μεταναστών, οι περισσότεροι από τους οποίους διαθέτουν την υπηκοότητα των δύο αυτών χωρών και ασφαλώς ως πολίτες τους έχουν όλα τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα. Οι τουρκικές αιτιάσεις στρέφονται επίσης και εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών για τη στάση τους απέναντι στους Κούρδους της Συρίας που πολέμησαν το Ισλαμικό Κράτος, αλλά η Άγκυρα τους θεωρεί τρομοκράτες. Στόχος επομένως της Άγκυρας είναι η απομόνωση και ο πολιτικός διωγμός των Κούρδων εκτός τουρκικών συνόρων, είτε αυτοί βρίσκονται στη Συρία και το Ιράκ, είτε στη Σουηδία, τη Φινλανδία ή άλλες χώρες της Δύσης. Από τους Αμερικανούς οι Τούρκοι αξιώνουν επίσης την παράδοση πολεμικών αεροπλάνων F-16 και F-15, όπως και διάφορα άλλα οπλικά συστήματα.

Πιθανόν η Άγκυρα να μην κερδίσει όλα όσα ζητά, αλλά βάζοντας ψηλά τον πήχυ, ένα μεγάλο μέρος των αιτημάτων της θα ικανοποιηθεί. Με την ίδια ευκαιρία παρέχει και υπηρεσίες στη Μόσχα, καθυστερώντας την ένταξη των δύο σκανδιναβικών χωρών. Αυτό, δεδομένης και της άρνησής της να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, θα της επιτρέψει να διατηρήσει μιας μορφής συνεργασία με τη Μόσχα σε ευαίσθητες περιοχές που έχουν κοινά συμφέροντα όπως είναι η Συρία, η Λιβύη και ο Καύκασος. Οι ΗΠΑ και γενικότερα η Δύση δεν έχουν πολλές επιλογές, είναι υποχρεωμένες να ικανοποιούν τα τουρκικά αιτήματα για να κρατήσουν τη χώρα αυτή στο δυτικό μαντρί. Ασφαλώς το ανατολίτικο αυτό παζάρι της Τουρκίας με τις ΗΠΑ μάς αφορά άμεσα. Διότι ως Ελλάδα και Κύπρος θα κληθούμε να πληρώσουμε μέρος του κόστους των αμερικανικών παραχωρήσεων στην Τουρκία. Αυτός είναι και ο λόγος που η Άγκυρα αντιδρά όπως αντιδρά, στην πρόσφατη επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, στις συνομιλίες του με τον Μπάιντεν και την ομιλία του ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός απέφυγε ακόμη και να ονομάσει την Τουρκία στην ομιλία ενώπιον του Κογκρέσου και οι αναφορές του στην Κύπρο και το Αιγαίο ήταν γενικόλογες, συγκρινόμενες με την έντονη καταδίκη της Ρωσίας, την οποία ονόμαζε τρεις φορές σε κάθε πρότασή του, λέγοντας στους Αμερικανούς αυτά που ήθελαν να ακούσουν, για να εισπράξει φυσικά τα χειροκροτήματά τους.

Αν η Δεξιά στην Αθήνα και τη Λευκωσία είχαν την τόλμη, αφού διακηρύττουν συνεχώς ότι ανήκομεν εις την Δύσιν, θα υπέβαλλε και η Κύπρος αίτημα ένταξης στο ΝΑΤΟ ταυτόχρονα με αυτό της Φινλανδίας και της Σουηδίας. Και θα έθεταν στους Αμερικανούς το δίλημμα, κατά το προηγούμενο της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι διεύρυνση του ΝΑΤΟ στη Σουηδία και τη Φινλανδία δεν μπορεί να γίνει  χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτή και η Κύπρος. Ασφαλώς δεν θεωρώ ότι μια τέτοια ένταξη θα προσφέρει ασφάλεια και προστασία στην Κυπριακή Δημοκρατία από την Τουρκία, ούτε και την υποστηρίζω. Όμως θα έθετε τους Αμερικανούς ενώπιον των ευθυνών τους, δεδομένου ότι η Αθήνα -κυβέρνηση και κοινοβούλιο- θα αξιοποιούσε το δικαίωμα βέτο που  διαθέτει για την προώθηση της κυπριακής υποψηφιότητας. Ουδέποτε όμως η κυβέρνηση Μητσοτάκη στην Αθήνα και αυτή του Αναστασιάδη στη Λευκωσία θα τολμούσαν να θέσουν αυτό το θέμα. Το ανήκομεν εις την Δύσιν είναι απλώς μια δουλική συμπεριφορά χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Δεν συμφωνώ ασφαλώς ότι θα πρέπει Αθήνα και Λευκωσία να ακολουθήσουν τη συμπεριφορά της Άγκυρας, αλλά η διπλωματία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δεν παύει να είναι ένα αέναο πάρε-δώσε.

Υ.Γ.: Τα αποτελέσματα της επίσκεψης Μητσοτάκη στις ΗΠΑ θα φανούν όταν θα σβήσουν τα φώτα της σκηνής. Όμως, ο Έλληνας πρωθυπουργός είπε στους Αμερικανούς αυτά που ήθελαν να ακούσουν, δεν περίσσεψε ο αντιρωσισμός, εκεί εξαφανίστηκε η διπλωματική γλώσσα. Όταν όμως αναφέρθηκε στην Κύπρο και το Αιγαίο, όσο πιο σύντομα μπορούσε, εκεί ξέχασε να ονομάσει την Τουρκία. Ούτε μια φορά δεν ανέφερε την Τουρκία στην ομιλία του στο Κογκρέσο. Φαντάσου να μιλούσε για τον πόλεμο στην Ουκρανία χωρίς να αναφέρει τη Ρωσία! Όχι, εκεί την ανέφερε τρεις φορές σε κάθε πρότασή του!

Καθόλου βεβαίως δεν υποβαθμίζω τη σημασία της επίσκεψης Μητσοτάκη, τη σημασία της ομιλίας του στο Κογκρέσο. Όμως έχασε μια μοναδική ευκαιρία «να ορίσει με ξεκάθαρο τρόπο τη σχέση της Ελλάδας με τη Δύση ως πολιτική-στρατιωτική συμμαχία. Η Ελλάδα δεν είναι σαν τις άλλες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, είναι η μόνη χώρα-μέλος που επισήμως απειλείται με πόλεμο και μάλιστα από άλλη χώρα-μέλος, την Τουρκία». Ασφαλώς και δεν έπρεπε η ομιλία του «να ήταν αφιερωμένη μόνο στα ελληνοτουρκικά, να ήταν μία καταγγελία της Άγκυρας. Θα ήταν λάθος. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι μεγαλύτερο λάθος που ο Έλληνας πρωθυπουργός μίλησε λες και ήταν πρωθυπουργός της Ολλανδίας»(Σταύρος Λυγερός, SLpress.gr) και όχι αυτός μιας χώρας της οποίας απειλείται η εθνική ακεραιότητα.

Όσοι κρίνουν ως «επιτυχία» την επίσκεψη Μητσοτάκη επειδή αντιδρούν οι Τούρκοι, δεν ξέρουν πού πατούν και πού πηγαίνουν! Οι Τούρκοι ξέρουν να κάνουν καλά τη δουλειά τους και εμείς συνηθίσαμε στον ρόλο του «καλού παιδιού». Κάποιοι αν μπορούσαν θα είχαν χτυπήσει και τις καμπάνες της Φανερωμένης όπως το έκαναν κάποτε με την εκλογή Κάρτερ. Ο χρόνος, όμως, φοβούμαι ότι όπως και τότε, άλλα θα δείξει. Εύχομαι να διαψευστώ.

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα, ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ‘21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *