Η Βρετανία, η Τουρκία και ο Γκουτέρες έστησαν παγίδα: Η Αθήνα και η Λευκωσία απλά έπεσαν μέσα

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης σε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, στο Μέγαρο Μάξιμου, Αθήνα, Ελλάδα

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Μερικές φορές δεν χρειάζονται οδυνηροί συμβιβασμοί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή συνάψεις συμφωνιών για να επέλθει αμφισβήτηση ή απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων. Διπλωματικοί και πολιτικοί χειρισμοί μπορεί να οδηγήσουν σε επικίνδυνες παραχωρήσεις και να δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα εις βάρος των εθνικών συμφερόντων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των Ιμίων. Επίσης, η μόνιμη άρνηση της Αθήνας να οριοθετήσει επίσημα την ΑΟΖ της με την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορεί στο τέλος να επιφέρει αλυσιδωτές συνέπειες με συρρίκνωση της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ.

Όσον αφορά το Κυπριακό, ο τρόπος αντιμετώπισής του αναδεικνύει διαρκώς την έλλειψη στρατηγικής και οράματος.

  • Η Αθήνα συμπεριφέρεται σαν «μακρινός συγγενής», παρά το γεγονός ότι στην Κύπρο διακυβεύονται οι αντοχές του Ελληνισμού και η ασφάλεια του ελληνικού χώρου.
  • Η Λευκωσία δείχνει ότι άγεται και φέρεται από ντόπιους και ξένους παράγοντες, που, από τη μια στοχεύουν στην απενοχοποίηση της Τουρκίας για το έγκλημά της και από την άλλη συντείνουν καταλυτικά για να εισαχθεί προς συζήτηση η λύση δύο κρατών (συνομοσπονδίας).

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, με τη σύγκλυση της άτυπης διάσκεψης στη Γενεύη και με την αυθαίρετη απόφασή του να δώσει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να θέσει την απαίτησή της για τη δημιουργία δυο κρατών, μπορεί να θεωρηθεί ως ο βασικός υπεύθυνος αυτής της αρνητικής εξέλιξης. Χωρίς όμως τη συγκατάθεση της ελληνικής πλευράς (ελλαδικής και ελληνοκυπριακής) θα αποφευγόταν η δρομολόγηση αυτής της νέας επικίνδυνης διαδικασίας που βάζει ταφόπλακα στην επανένωση του νησιού.

Η Τουρκία έχει πάγια σχέδια για την Κύπρο. Τα προωθεί και τα υλοποιεί με την στήριξη της Βρετανίας επειδή συμπλέουν τα συμφέροντά τους. Ιδανική κατάσταση γι’ αυτές είναι η διαιώνιση της διαίρεσης, με ή χωρίς λύση. Γι’ αυτό, από τον καιρό της αποικιοκρατίας, οι Άγγλοι επένδυσαν στη βία και στη γνωστή τακτική «διαίρει και βασίλευε».

Στρατηγικός στόχος της Άγκυρας και του Λονδίνου ήταν και παραμένει η διαίρεση. Αν οι δυο κοινότητες τα έβρισκαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν ισχυρή και ανθεκτική υποδομή ενός λειτουργικού κράτους, είτε πριν ή μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, είτε πριν είτε μετά την τουρκική εισβολή το 1974, τότε η Βρετανία και η Τουρκία δεν θα μπορούσαν να είχαν παρουσία στην Κύπρο και ούτε θα είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν το νησί ως προτεκτοράτο τους.

Γι’ αυτό, προώθησαν την τρομοκρατική δράση και ανέκαθεν αναζητούσαν να βρουν μέσα στις δυο κοινότητες πολιτικά ανδρείκελα. Αν δεν υπήρχαν τέτοια πρόσωπα τα έφτιαχναν, προκαλώντας διχασμό και δημιουργώντας συγκρουσιακές συνθήκες.

Έτσι λοιπόν από τη δεκαετία του 1950, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι (κάποιοι ηθελημένα και αρκετοί αθέλητα) συνέβαλαν με ιδέες και ενέργειες στην υλοποίηση των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας και στην εδραίωση του ηγεμονικού ρόλου της Βρετανίας στην Κύπρο. Αποκορύφωμα αυτής της τραγικής πορείας και ιδιαίτερα για την εθνική και φυσική επιβίωση του Ελληνισμού στο νησί, ήταν το ξενοκίνητο και προδοτικό πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών που άνοιξε την πόρτα στον Τούρκο εισβολέα.

  • Και ερχόμαστε στις τωρινές εξελίξεις:

Ο πρόεδρος Αναστασιάδης απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, στον οποίο τονίζει την ετοιμότητά του να παραστεί σε κοινή συνάντηση με τον κατοχικό ηγέτη, Ερσίν Τατάρ.

Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κάθε συνάντηση και κάθε επαφή μπορεί να χρησιμεύσει για τη βελτίωση του κλίματος, κλπ.

Αλλά, τι άλλαξε από την πρόσφατη συνάντηση στη Γενεύη και τι περιμένει ο πρόεδρος Αναστασιάδης ότι θα συμβεί;

Μήπως θέλει να βεβαιωθεί αν ο Τατάρ θα ξαναπεί ενώπιον του Γκουτέρες ότι δεν συζητά τίποτα άλλο, εκτός από τη λύση δυο κρατών;

Μα δεν υπάρχει περίπτωση ο «κομπάρσος» του Ταγίπ Ερντογάν να πει κάτι διαφορετικό. Ίσως, ο πρόεδρος Αναστασιάδης να πιστεύει ότι μετά και από την επανάληψη των τουρκικών θέσεων σε μια «τριμερή συνάντηση» θα είναι στη συνέχεια πιο εύκολο για την Κυπριακή Δημοκρατία να θέσει βέτο σχετικά με την αναβάθμιση της τελωνιακής ένωσης Τουρκίας – ΕΕ, κατά την επικείμενη σύνοδο κορυφής της ΕΕ τον Ιούνιο.

Μα η Αθήνα είχε υποχωρήσει στην απαίτηση του Βερολίνου να μην επιβληθούν κυρώσεις κατά της Τουρκίας για τις παράνομες ενέργειές της στην Ανατολική Μεσόγειο και τώρα θα συναινέσει για να μπλοκαριστεί, κατά κάποιο τρόπο, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, που, καλώς ή κακώς, αποτελεί «στρατηγικό στόχο» και της Ελλάδας;

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να κατανοηθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση (όχι μόνο η παρούσα) έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι επέλεξε την οδό του κατευνασμού και η έως τώρα αντιμετώπιση της Τουρκίας από την ΕΕ αποτυπώνει την ωμή πραγματικότητα.

  • Οι προοπτικές να στριμωχθεί ή να «τιμωρηθεί» η Τουρκία από την ΕΕ για τον επεκτατισμό της, για την αυταρχικότητα του καθεστώτος της, καθώς και για τις διχοτομικές θέσεις της για την Κύπρο (που είναι εκτός του συμφωνημένου πλαισίου λύσης) είναι σχεδόν ανύπαρκτες.
  • Από τη στιγμή που η Λευκωσία και η Αθήνα είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να ανάψει το «πράσινο φως» στην τουρκική πλευρά (Άγκυρα και κατοχικό καθεστώς) για να βάλει τη διχοτόμηση της Κύπρου στο τραπέζι των συνομιλιών, ήταν αναμενόμενο πού θα οδηγούνταν, αργά ή γρήγορα, τα πράγματα.

Αν λοιπόν η Τουρκία και η Βρετανία έστησαν παγίδα με πρωταγωνιστή τον Αντόνιο Γκουτέρες και η ελληνική πλευρά (ελλαδική και ελληνοκυπριακή) έπεσαν μέσα, συμμετέχοντας σε μια τέτοια, δήθεν, άτυπη διάσκεψη, να μη περιμένουν πλέον από τους τρίτους (ΕΕ, ΗΠΑ, Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ) ότι θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα.

Δυστυχώς, έχουμε επανάληψη του γνώριμου σκηνικού:

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»

Η αντιμετώπιση όμως του τουρκικού ιμπεριαλισμού και η αποτίναξη της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο δεν θα επιτευχθούν με προσμονή «θαυμάτων», αλλά με ξεκάθαρη στρατηγική, σταθερές θέσεις και αποκρυσταλλωμένους στόχους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *