Η Βρετανία μόνιμο δεκανίκι της Τουρκίας: Η Κύπρος οδηγείται ως πρόβατο επί σφαγή εν μέσω πανδημίας και πρωτοφανών σκανδάλων

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης με τον υπουργό Εξωτερικών κ. Νίκο Χριστοδουλίδη και τον υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου κ. Dominic Raab. EPA, CYPRIOT PRESS OFFICE, HANDOUT

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Όσες δυνάμεις ήταν κάποτε κατοχικές ή αποικιοκρατικές, μάλλον δεν έχουν καταφέρει ή δεν θέλουν να αποβάλλουν την ηγεμονική νοοτροπία. Όπως η Γερμανία εξακολουθεί να συμπεριφέρεται απέναντι στην Ελλάδα, λες και είναι υπό τη δικαιοδοσία της, έτσι συμπεριφέρεται και η Μ. Βρετανία απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Από τη δεκαετία του 1950, μπροστά στην ειρηνική (ενωτικό δημοψήφισμα) και στη συνέχεια ένοπλη (1955-59) εξέγερση των Ελληνοκυπρίων, οι Βρετανοί επανέφεραν την Τουρκία στο νησί (με στρατεύματα και εγγυήσεις) και από τότε έως σήμερα δεν σταμάτησαν να αποτελούν το μόνιμο δεκανίκι των Τούρκων.

Οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου είχαν ως βασικό υπόβαθρο την τακτική τού «διαίρει και βασίλευε». Στην ουσία, δεν τερμάτισαν την βρετανική κυριαρχία, αλλά την προσάρμοσαν στα νέα δεδομένα, με το δοτό Σύνταγμα, τη διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων και τις αποικιοκρατικές πρακτικές.

  • Ο μόνιμος στόχος των Βρετανών ήταν και παραμένει η διαίρεση ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τις δυο κοινότητες και κατ’ επέκταση την Κύπρο, διαφυλάσσοντας εσαεί την παρουσία τους στο νησί και τα στρατηγικά συμφέροντά τους στην περιοχή.
  • Ένα πραγματικά ανεξάρτητο και ακηδεμόνευτο κυπριακό κράτος θα αποτελούσε εξελικτική δυναμική προς την κατεύθυνση περιορισμού του ρόλου τους.

Γι’ αυτό, πριν και μετά την κυπριακή ανεξαρτησία, είχαν φροντίσει υπογείως να διαμορφώσουν συνθήκες διχασμού, τόσο ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους, όσο και μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Παράλληλα, αξιοποίησαν στο έπακρο τις διαθέσεις εθνικιστικών κύκλων και στις δυο πλευρές και κυρίως τη δράση της τουρκικής εγκληματικής οργάνωσης TMT για να προωθήσουν τα διχοτομικά σχέδια.

Την ίδια στιγμή όμως, από τότε έως σήμερα, οι Βρετανοί έχουν όριο σε σχέση με τη μορφή της διχοτόμησης, όπως και οι Τούρκοι (με κάπως παρόμοιες μεν, αλλά διαφορετικές προεκτάσεις για την καθεμιά). Δεν θέλουν ένα ισχυρό, λειτουργικό κυπριακό κράτος (ενιαίο ή δικοινοτικό ομοσπονδιακό), αλλά ούτε και δυο εντελώς ανεξάρτητα κράτη, διεθνώς αναγνωρισμένα, γιατί θα απολέσουν τη δυνατότητα να έχουν ρόλο και έλεγχο σε ολόκληρη την Κύπρο, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για τα συμφέροντά τους.

Βέβαια, σ’ αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι μία διζωνική ομοσπονδία έχει πολλές όψεις και μπορεί να είναι πλήρως διχοτομική ή να είναι ενωτική -πειραματική (περικλείοντας πολλούς κινδύνους) για την συνύπαρξη των δυο κοινοτήτων.

Επομένως, εν όψει της νέας διάσκεψης για το Κυπριακό και με την προβαλλόμενη τουρκική απαίτηση περί δυο κρατών, το Λονδίνο έχει συστρατευθεί ξανά με την Άγκυρα για να στήσουν το σκηνικό των διαπραγματεύσεων προς εξυπηρέτηση των δικών τους ταυτόσημων επιδιώξεων, έχοντας εξασφαλισμένη την απαιτούμενη διευκόλυνση από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

Γι’ αυτό, πέρα από τα όσα λέγονται και φαίνονται, ο στόχος της Τουρκίας και της Βρετανίας παραμένει η ενδιάμεση επιλογή – λύση (μεταξύ ομοσπονδίας και δυο κρατών), η οποία είναι η χειρότερη για τον Κύπρο και τον Ελληνισμό. Το όνομα που θα της δώσουν δεν θα ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της. Επιπλέον, οι Τούρκοι θα παρουσιάζονται και ως γενναιόδωροι επειδή δήθεν επέδειξαν καλή θέληση.

Ήδη, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Ντόμινικ Ράαμπ, κατά την επίσκεψή του στη Λευκωσία, φρόντισε να καλλιεργήσει το έδαφος προς αυτή την κατεύθυνση, καλώντας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να «επιδείξουν ευελιξία».

Με τις υποχωρήσεις και παραχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς που έχουν γίνει όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα από την τουρκική πλευρά, εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί τι ακριβώς εννοεί με τη συγκεκριμένη τοποθέτησή του ο κ. Ράαμπ, που είναι η ίδια με την έκκληση του Αντόνιο Γκουτέρες.

  • Και όταν κάνουν λόγο για περαιτέρω ευελιξία, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα, είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια τοποθέτηση παραπέμπει σε λύση συνομοσπονδίας, με κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναγνώριση δυο ισότιμων, κυρίαρχων, ιδρυτικών κρατών που θα αντιπροσωπεύονται με μια αδύναμη, ανήμπορη και εξαρτώμενη κεντρική εξουσία.

Δηλαδή, ό,τι ακριβώς επιδιώκουν η Τουρκία και η Βρετανία για να μπορούν να κατευθύνουν την εξωτερική, την αμυντική, την οικονομική και την ενεργειακή πολιτική της Κύπρου.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, ανέκαθεν οι δυο αυτές χώρες είχαν ξεκάθαρους στρατηγικούς στόχους και τους προσάρμοζαν ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και συνθήκες, αλλά πάντα στην ίδια πορεία, διαπράττοντας σωρεία εγκλημάτων.

Οι Ελληνοκύπριοι (και ο Ελληνισμός ευρύτερα) δεν είχαν και συνεχίζουν να μην έχουν συνολικό προσανατολισμό. Άγονται και φέρονται όχι μόνο από τις βρετανοτουρκικές μεθοδεύσεις και τις αμερικανορωσικές τακτικές, αλλά και από τους Γενικούς Γραμματείς του ΟΗΕ.

Αν υπάρξει συμφωνία για μια τέτοια εκτρωματική λύση, δεν θα χαθεί μόνο η Κύπρος. Θα είναι η απαρχή της συρρίκνωσης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας σε στεριά και θάλασσα. Και, δυστυχώς, σε Αθήνα και Λευκωσία εμφανίζονται απόψεις στον κυβερνητικό και αντιπολιτευτικό χώρο που συμπορεύονται με τις βρετανοτουρκικές επιδιώξεις.

Η επικείμενη διάσκεψη θα πραγματοποιηθεί εν μέσω ενός πρωτόγνωρου διεθνούς περιβάλλοντος εξαιτίας των δραματικών συνεπειών της πανδημίας και εν μέσω μιας σιχαμερής κατάστασης στην Κύπρο λόγω πρωτοφανών σκανδάλων διαφθοράς και πρακτικών αθέμιτου πλουτισμού, σχεδόν σε κάθε επίπεδο της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας.

Η Κύπρος, λοιπόν, οδηγείται ως πρόβατο επί σφαγή την στιγμή που η ανθρωπότητα δίνει μάχη με έναν αόρατο εχθρό. Άλλωστε, πάντα λειτουργούν συμφεροντολογικά και ανήθικα, εκμεταλλευόμενοι ιδιαίτερες καταστάσεις και περίεργες εποχές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *