Ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στο Αιγαίο

Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη των χωρών της Μεσογείου.

Του ΝΙΚΟΥ Χ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα ή υφαλοκρηπίδα όπως συνήθως αναφέρεται,  ως νομική έννοια,  καθιερώθηκε με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958. Με αυτή τη Σύμβαση,  αναγνωρίστηκαν ειδικά κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, δηλαδή σε περιοχή του βυθού και του υπεδάφους του, που εκτείνεται πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης,  σε βάθος έως 200 μέτρα. Με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης του Montego Bay του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, η υφαλοκρηπίδα υπάρχει αφ’ εαυτής και δεν χρειάζεται να ανακηρυχθεί. Χρειάζεται όμως να οριοθετηθεί μεταξύ όμορων κρατών και, σε περίπτωση διαφωνίας, να παραπεμφθεί με κοινό συμφωνητικό προς επίλυση στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο. Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), από την άλλη πλευρά, πρέπει να ανακηρυχθεί και,  ακολούθως,  να οριοθετηθεί από τα ενδιαφερόμενα κράτη. Ένα παράκτιο κράτος αποκτά ΑΟΖ  με μονομερή δήλωση ανακήρυξης. Και, στη συνέχεια, συνάπτει συμφωνίες οριοθέτησης με τα γειτονικά κράτη. Εάν δεν καταστεί δυνατή η συμφωνία οριοθέτησης, τότε η διαφορά τους λύνεται με παραπομπή στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι διατάξεις του Άρθρου 74 για την ΑΟΖ και του Άρθρου 83 για την υφαλοκρηπίδα.

  • Επειδή παρατηρείται, συχνά, σύγχυση και πλανημένη γνώση των σχετικών με το θέμα νομικών αρχών, θα προσπαθήσω  πιο κάτω να παραθέσω, συνοπτικά, τις αρχές αυτές, όπως τις διάπλασε η νομολογία των αρμοδίων Διεθνών Δικαστηρίων.

Κατά κανόνα, το δικαστήριο οριοθετεί την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ με βάση τη γραμμή της ίσης απόστασης, εφόσον ο ορισμός της μέσης γραμμής είναι γεωγραφικά εφικτός. Υπήρξαν, όμως, περιπτώσεις που οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και οι «σχετικές περιστάσεις» (relevant circumstances) δεν επέτρεψαν τη χάραξη μέσης γραμμής και το δικαστήριο κατέληξε σε άλλη μέθοδο οριοθέτησης, όπως στην υπόθεση Νικαράγουας κατά Ονδούρας.

Αναφορικά με τα νησιά, η παράγραφος 2 του Άρθρου 121 της Σύμβασης προνοεί: «Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η αιγιαλίτιδα ζώνη, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα ενός νησιού οριοθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης που εφαρμόζονται στα άλλα εδάφη της ξηράς». Δηλαδή, τα νησιά έχουν το ίδιο δικαίωμα, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη, να απολαμβάνουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες που προβλέπει η Σύμβαση. Εξαιρούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου Άρθρου, από το δικαίωμα να απολαμβάνουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ «οι βραχονησίδες που δεν έχουν τη δυνατότητα να είναι κατοικήσιμες και δεν έχουν δική τους οικονομική ζωή». Δικαιούνται, όμως, αιγιαλίτιδα ζώνη, όπως κάθε άλλο νησί. Ως εκ τούτου, η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού καθορίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καθορίζονται και για τις ηπειρωτικές περιοχές.

  • Η Σύμβαση, παρά το ότι δεν έχει υπογραφεί και επικυρωθεί από την Τουρκία, τη δεσμεύει γιατί διατυπώνει, ως προς το θέμα αυτό, προϋπάρχον γενικό εθιμικό δίκαιο το οποίο απλώς κωδικοποιεί.

Όμως, ενώ έχει γίνει αποδεκτό ότι όλα τα κατοικημένα νησιά δικαιούνται ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, ωστόσο η έκταση του δικαιώματός τους ποικίλλει. Σε μερικές περιπτώσεις, το αρμόδιο διεθνές δικαστήριο αναζητεί και λαμβάνει υπόψη την επήρεια (effect) που αυτά ασκούν σε μια οριοθέτηση με βάση τη μέση γραμμή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο αποφαίνεται ότι τα νησιά έχουν μειωμένο δικαίωμα για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, που προσδιορίζεται από αυτό που το δικαστήριο έχει ονομάσει επήρεια, δηλαδή επηρεασμό που θα έχει η ΑΟΖ  και η υφαλοκρηπίδα του νησιού στη συνολική οριοθέτηση. Η επήρεια ενός νησιού σε μια συνολική οριοθέτηση εξαρτάται, συνήθως, από δυο παράγοντες: από τη θέση του νησιού στην οριοθετική περιοχή και από το μέγεθός του. Σχετική είναι η απόφαση Μπανγκλαντές κατά Μιανμάρ. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Κάθε περίπτωση είναι μοναδική και απαιτεί ειδική αντιμετώπιση, ώστε να εξευρεθεί μια δίκαιη λύση.

Η Ελλάδα, μέχρι πρόσφατα,  δεν είχε ορίσει ΑΟΖ με καμία γείτονα χώρα, αν και έχει το δικαίωμα να το πράξει σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 και γενικά, το διεθνές δίκαιο. Πρόσφατα, συμφωνήθηκε η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ Ελλάδας και Ιταλίας. Η Συμφωνία αυτή, που υιοθετεί τις συντεταγμένες που χαράχθηκαν το 1977, επιβεβαιώνει το δικαίωμα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες, δηλαδή το δικαίωμα των νησιών να έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 12. 2 της Σύμβασης του 1982, καθώς   και το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων κατά μήκος όλων των ηπειρωτικών ακτών της επικράτειας. Όμως, σε τρεις περιοχές της οριοθετικής γραμμής υπάρχει μειωμένη επήρεια. Λέγοντας μειωμένη επήρεια,  εννοούμε ότι,  αντί το όριο να ακολουθεί τη μέση γραμμή,  έχει μετατοπισθεί εις βάρος του ενός ή του άλλου κράτους. Η μειωμένη επήρεια αφορά τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία. Πιο συγκεκριμένα,  μειωμένη επήρεια έχουμε:

>>Πρώτον, στην περιοχή των Στροφάδων όπου το όριο έχει μετατοπισθεί εις βάρος της Ελλάδος κατά 2,75 ναυτικά μίλια.
>>Δεύτερον, στην περιοχή των Οθωνών όπου το όριο βρίσκεται κατά 1,4 ναυτικά μίλια πιο κοντά στους Οθωνούς.
>>Τρίτον, το όριο έχει μετατοπισθεί εις βάρος της Ιταλίας στην Καλαβρία από 0,5 ναυτικά μίλια έως 2,8 ναυτικά μίλια και υπέρ της Κεφαλονιάς.

Η πιο πάνω διευθέτηση, δεν μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο για παρόμοια διευθέτηση με την Τουρκία στην περίπτωση των νησιών του Αιγαίου. Ούτε και ισχυροποιεί τις σχετικές με το θέμα αιτιάσεις της Τουρκίας. Η Άγκυρα προβάλλει γεωλογικού τύπου επιχειρήματα, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά νησιά συνιστούν ειδικές περιστάσεις (εξάρσεις του βυθού) και επειδή είναι πιο κοντά στα τουρκικά παράλια δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Κατά συνέπεια, η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου πρέπει να οριοθετηθεί κάπου στη μέση του Αιγαίου, εγκλωβίζοντας έτσι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Για τα νησιά, γενικά, οι τουρκικοί ισχυρισμοί είναι ότι  τα νησιά δεν έχουν αυτόματα δικαίωμα για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Καλεί την Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες, πλην της Κυπριακής Δημοκρατία, να οριοθετήσουν μαζί της υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ με βάση την αρχή της «ίσης κατανομής», όπως υιοθετήθηκε στη συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης.  Επίσης θεωρεί από το 1995 casus belli την επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. Με την Κυπριακή Δημοκρατία αρνείται να συζητήσει το θέμα, αφού δεν την αναγνωρίζει από το 1964. Είναι ενδεικτική η αρνητική στάση της στην πρόσφατη πρόταση του Ύπατου Αρμοστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας Τζόζεφ Μπορέλ να συζητήσει με την Κυπριακή Δημοκρατία τον καθορισμό θαλάσσιων συνόρων.

Η  περίπτωση των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο παρουσιάζει μια εξαιρετική ιδιαιτερότητα. Αυτή η ιδιαιτερότητα, καθιστά τη χάραξη της οριοθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σημαντικά πολύπλοκη και, θα μπορούσα να ισχυριστώ, αδύνατη να προέλθει μετά από μια συμφωνία μεταξύ των δυο χωρών. Η σχετική νομολογία που επικαλείται η Τουρκία, που αφορούσε ορισμένα νησιά, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των νησιών του Αιγαίου. Ο γεωγραφικός σχηματισμός των νησιών του Αιγαίου είναι τέτοιος που δημιουργεί μια συμπαγή παρουσία στη θάλασσα αυτή, που δύσκολα θα μπορούσε να αγνοηθεί σε μια οποιαδήποτε οριοθέτηση. Η ηπειρωτική Ελλάδα ουσιαστικά προεκτείνεται στη θάλασσα με το νησιώτικο σύμπλεγμα που την περιβάλλει και δημιουργεί ένα ενιαίο σύνολο, που δεν έχει καμιά σχέση με τις περιπτώσεις μεμονωμένων νησιών, που είναι διάσπαρτα σε μια θάλασσα. Σχετική με το θέμα, που ευνοεί τις θέσεις της Ελλάδας, είναι η απόφαση στην υπόθεση Νικαράγουας κατά Κολομβίας, που επιβεβαίωσε προηγουμένη νομολογία.

Ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ περιορίζουν σημαντικά την τουρκική

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την οριοθέτηση ελληνικής ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο παρουσιάζει το Καστελλόριζο. Με βάση την αρχή της μέσης γραμμής, το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου εξασφαλίζει την επαφή της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ. Οι δύο αυτές ΑΟΖ  παρεμβάλλονται μεταξύ τουρκικής και αιγυπτιακής, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την τουρκική ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο. Προς το παρόν, όμως, ελληνική ΑΟΖ δεν υπάρχει, επειδή η Αθήνα δεν την έχει ανακηρύξει. Η Αίγυπτος θα μπορούσε να διαθέτει θαλάσσια σύνορα με τη Τουρκία μόνο αν δεν αναγνωρισθούν τα δικαιώματα του Καστελλόριζου. Εάν η Ελλάδα δεχτεί να προχωρήσει σε οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο χωρίς τον υπολογισμό του Καστελλόριζου, η εμφανής συνέπεια θα είναι η Ελλάδα να μην έχει θαλάσσια σύνορα με την Κύπρο.

Όπως έγραψα και στο προηγούμενο άρθρό μου στις 28 Ιουνίου, η προσφιλής τακτική της Τουρκίας στο Αιγαίο, όσον αφορά στην υφαλοκρηπίδα, την αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά και την ΑΟΖ, είναι η προσπάθεια πολιτικοποίησης μιας καθ’ όλα νομικής και τεχνικής φύσεως διαφοράς. Συνεπώς, αρνείται τη μέθοδο του διαδικαστικού διακανονισμού της διαφοράς. Οι απαιτήσεις της Τουρκία, αν ιδωθούν στο σύνολό τους, αποβλέπουν, βραχυπρόθεσμα, στον εγκλωβισμό των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου σε μια τουρκική υφαλοκρηπίδα, σ’ έναν τουρκικό εναέριο χώρο και γενικά, σ’ ένα χώρο τουρκικού στρατιωτικού ελέγχου και μακροπρόθεσμα, στην αμφισβήτηση της ίδιας της ελληνικής κυριαρχίας πάνω στα νησιά αυτά και στην κατάληψή τους. Για να πραγματοποιηθεί το όραμα της  «Γαλάζιας Πατρίδας», που οι εμπνευστές του δεν κρύβουν τους στόχους τους. Η Τουρκία ακολουθεί την προσφιλή τακτική της «διπλωματίας των κανονιοφόρων» προκειμένου να επιβάλει τη θέλησή της ή να εκβιάσει για ανταλλάγματα.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
Ως εκ τούτου, πολιτικός συμβιβασμός με την Τουρκία για τα θέματα του Αιγαίου δεν μπορεί να υπάρξει. Πολιτικός συμβιβασμός είναι δυνατός μόνο αν η Τουρκία ρητά και απερίφραστα δηλώσει τον σεβασμό της στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Καμία χώρα δεν συμβιβάζεται σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητάς της και της ασφάλειάς της.
Το θέμα μπορεί να λυθεί μόνο δικαστικά.  Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του 1982 δεν αποτελεί εμπόδιο όσον αφορά προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή σε διαιτησία με αμοιβαία συμφωνία,  αλλά όχι στο Διεθνές Δικαστήριο του Αμβούργου για το Δίκαιο της Θάλασσας, όπου μόνο τα μέλη της Σύμβασης του 1982 μπορούν να προσφύγουν.
Η ίδια οδός θα πρέπει να ακολουθηθεί και στην περίπτωση των τουρκικών διεκδικήσεων και επεμβάσεων στην υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι καιρός να συνειδητοποιήσουν ότι το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό και να λάβουν πιο δραστικά μέτρα, που θα επιφέρουν πραγματικό κόστος, κυρίως οικονομικό, στην Τουρκία, ώστε να αναγκαστεί να τερματίσει τη ληστρική της βουλιμία.

*Πρώην Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και πρώην Επίτροπος Διοικήσεως.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *