Ισραήλ-Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα-Μπαχρέιν

Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu attends the weekly cabinet meeting at his office in Jerusalem,. EPA, RONEN ZVULUN / POOL

Του ΣΙΜΟΥ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗ

Την  Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, υπογράφηκε η συμφωνία έναρξης διπλωματικών σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, με τις δύο τελευταίες χώρες να αποτελούν μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Ουσιαστικά, το Μπαχρέιν, στο οποίο η πλειοψηφία των κατοίκων ασπάζεται το σιιτικό θρησκευτικό δόγμα,[1] προστίθεται στην προ ολίγου καιρού συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και ΗΑΕ, που εν προκειμένω, προσέλαβε ένα διττό πρόσημο.

Από την μία πλευρά, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κινούμενα πάνω στον άξονα μίας γεω-πολιτικής και διπλωματικής κινητικότητας που επιδιώκει να αποκτήσει άμεσο αντίκρισμα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, αναγνώρισαν το κράτος του Ισραήλ, προσφέροντας του αναγνώριση που λειτουργεί ως έμπρακτη νομιμοποίηση της ύπαρξης-υπόστασης του, και, από την άλλη, το Ισραήλ, εντός της πολιτικής αναγνώρισης του από την συγκεκριμένη μοναρχία, συμφώνησε σε μία πολιτική αυτοσυγκράτησης όσον αφορά την προσάρτηση περιοχών της Παλαιστινιακής Δυτικής Όχθης στον εθνικό του κορμό.

Πλέον, το Μπαχρέιν εισέρχεται ως παίκτης  στην συμφωνία που υπέγραψαν οι δύο χώρες, συμβάλλοντας  στο να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος η συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κύρια ως προς την δράση και την επιρροή της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και στο Μπαχρέιν. Έτσι, μπορούμε να εστιάσουμε στη διεθνή συμφωνία προσεγγίζοντας την ως προσπάθεια εμπλοκής και μείωσης κατά τι των διόδων εισόδου του Ιράν στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Και εάν το Ισραήλ θέτει ως διακύβευμα την αποτροπή της περαιτέρω ενίσχυσης της παρουσίας του Ιράν στα Παλαιστινιακά εδάφη, επιχειρώντας να διαμορφώσει μέτωπα με χώρες-μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, τότε η σουνιτική μοναρχία του Μπαχρέιν στοχεύει στην αντίστοιχη μείωση της αντίστοιχης Ιρανικής επιρροής στον σιιτικό   πληθυσμό της χώρας, επιχειρώντας ανοίγματα, τολμηρές διπλωματικές κινήσεις, που πλέον (κρίσιμο στοιχείο) κινούνται πέραν της στρατηγικής συμμαχίας του με την Σαουδική Αραβία.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ένα άκρο της συμφωνίας καταλαμβάνεται από το Ισραήλ ως περιφερειακό δρώντα, και το δεύτερο από το Μπαχρέιν που ασκεί την διπλωματία της μεσο-μακροπρόθεσμης οπτικής, και για την κοινωνική-πολιτική σταθεροποίηση της μοναρχίας,  ενώ στο κέντρο της, και με κεντρο-μόλο δυναμική, φέροντας εγγύτερα το Μπαχρέιν με το Ισραήλ, επικάθονται τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που προσδίδουν στην εξωτερική τους πολιτική περιφερειακό επίχρισμα. Ό,τι εμπεριέχεται σε επίσημο, ήτοι σε θεσμικό επίπεδο, φέρει την επωνυμία ‘Συμφωνίες του Αβραάμ,’ με τις επιμέρους συμφωνίες σε οικονομικό, τεχνολογικό και τουριστικό επίπεδο, να καθίστανται ο δεύτερος πυλώνας τους, προσφέροντας πρακτικό αντίκρισμα και αποτύπωμα στην όλη προσέγγιση.

Οι ‘Συμφωνίες’ του Αβραάμ’ θεωρούμε πως αποτελούν προϊόν των βαθύτερων διπλωματικών και γεω-πολιτικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια και πιο συγκεκριμένα, την τελευταία δεκαετία, εκεί όπου, και όσον αφορά την συμφωνία του Ισραήλ με τις σουνιτικές μοναρχίες, διαγράφεται μία σύγκλιση του Ισραήλ με τις μοναρχίες του Κόλπου, σύγκλιση που φέρει στρατηγικούς όρους, εδραζόμενη πάνω στον άξονα ή αλλιώς, στην δυνατότητα μεταβολής ενός συσχετισμού ισχύος που φέρει τόσο την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν όσο και την Τουρκία, σε θέση  περιφερειακών δυνάμεων. Ο ανταγωνισμός επιτελείται σε διάφορα μέτωπα.

Με την υπογραφή των συμφωνιών συντελείται μία ποιοτική μεταβολή που σχετίζεται και με  την Ισραηλινή επιθυμία παρουσίας βαθιά στη Μέση Ανατολή, με τέτοιον τρόπο ώστε να βρεθεί στο μαλακό υπογάστριο (στην πίσω πόρτα)  του Ιράν, με τον τρόπο που τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα[2] ασκούν πίεση στην Τουρκία από διάφορα σημεία. Ευρύτερα ομιλώντας, θα πούμε πως αντίστοιχη κίνηση, γεω-πολιτικά, επιχειρούν και οι δύο μοναρχίες του Κόλπου, αναγνωρίζοντας, ήτοι προσεγγίζοντας το Ισραήλ και φθάνοντας μέχρι τα Παλαιστινιακά εδάφη και δη τις σχέσεις Ισραήλ και Παλαιστίνης, ώστε να διαμορφωθούν προϋποθέσεις επίλυσης του χρονίζοντος προβλήματος (χαίνουσα ‘πληγή’) μεταξύ των δύο χωρών.

Με την μεσολαβητική προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής να ενσωματώνεται στην ίδια την συμφωνία, θα επισημάνουμε πως, σε διμερές και τριμερές επίπεδο λαμβάνει χώρα ένα εγχείρημα άρσης της «έλλειψης εμπιστοσύνης»,[3] για να παραπέμψουμε στον διεθνολόγο Θεόδωρο Κουλουμπή, που άπτεται της προσέγγισης των συμβαλλομένων μερών της συμφωνίας, όσο και της αναγνώρισης ό,τι η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που έχει προκύψει στη Μέση Ανατολή μετά τις εξεγέρσεις της Αραβικής ‘άνοιξης,’ επιτρέπει (και όχι επιβάλλει), συγκλίσεις και συμμαχίες στρατηγικού τύπου, που κινούνται πάνω σε μία ρεαλιστική θεώρηση των διεθνών σχέσεων. Δηλαδή, πάνω σε μία ρεαλιστική θεώρηση που προτάσσει την άμεση δράση και που προκαλεί παράλληλα αντιδράσεις από διάφορους παίκτες, όπως είναι η Παλαιστινιακή αρχή.

Η οποία θεωρεί πως αυτές οι συμφωνίες δεν συμβάλλουν σε μία προσπάθεια εποικοδομητικής συνεργασίας και επίλυσης του Ισραηλινο-Παλαιστινιακού ζητήματος, πιστεύοντας πως αποτελούν ‘συγχωροχάρτι’ για το Ισραήλ από τους ‘φυσικούς συμμάχους’ της Παλαιστίνης και της Παλαιστινιακής υπόθεσης.

Το αντίκρισμα των συμφωνιών αγγίζει και τις σχέσεις του Ισραήλ με την Παλαιστινιακή αρχή, στο σημείο όπου το Ισραήλ εφαρμόζει μία ενεργητική πολιτική εξομάλυνσης-διαμόρφωσης στρατηγικών μπλοκ που μπορούν να ενισχύσουν τις θέσεις του και σε διεθνή φόρα, βοηθούμενη από την περιφερειακή κινητικότητα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Όμως, το Μπαχρέιν δεν συμπληρώνει απλά, όσο προσθέτει το πλεονέκτημα της γεωγραφικής του θέσης, της άμεσης τριβής με το Ιράν και των σταθερών του επιδιώξεων, με πρόταγμα πλέον, την λειτουργικότητα του τριεθνούς άξονα που θέλει να καταστεί με τον τρόπο του παρεμβατικός έως ηγεμονικός στη Μέση Ανατολή. Ένα επίσης κοινό στοιχείο της συμφωνίας που μπορούμε να εντοπίσουμε, αυτό είναι η εναντίωση στη δράση οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, με το περιφερειακό εντός του οποίου εντάσσεται η συμφωνία, να αποκτά και μία οιονεί μη-κρατική διάσταση.

[1] Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Αγγελική Ζιάκα: «Παρότι οι σιίτες αποτελούν την πλειοψηφία στις νήσους Μπαχρέιν, 70% (490.000) περίπου σε συνολικό πληθυσμό 700.000 κατοίκων, η εξουσία της χώρας και η μοναρχία βρίσκεται στα χέρια των σουννιτών». Αρά, διακρίνουμε μία ‘φορτισμένη’ κοινωνιο-θρησκευτική τομή, που άπτεται του ζητήματος της άσκησης εξουσίας στο Μπαχρέιν. Εντός αυτού, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε πως η βασική διαιρετική τομή της μουσουλμανικής θρησκείας, η διάκριση δηλαδή σουννιτών και σιιτών ενυπάρχει στο εσωτερικό της χώρας, εγγραφόμενη στην κοινωνική-πολιτική της δομή. Βλέπε σχετικά, Ζιάκα Αγγελική, ‘Το σιιτικό Ισλάμ. Οι κοινωνικές και πολιτικές του προεκτάσεις στη Μέση Ανατολή,’ Εκδόσεις Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη, 2004, σελ., 36.

[2] Αρκετά χρόνια μετά από την εμπλοκή τους, με διάφορους τρόπους στον Συριακό εμφύλιο, μοναρχίες του Κόλπου επιστρέφουν εκεί, όντας τμήμα ενός μη βαθέος  αντι-Μπααθικού μπλοκ που δεν επιδιώκει να υπερβεί ‘κόκκινες γραμμές’ όμως, φοβούμενο ενδεχόμενο ‘χάος.’

[3] Βλέπε σχετικά, Couloumbis Theodore, ‘The United States, Greece and Turkey: The Troubled Triangle,’ New York, Praeger, 1983.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *