Ιστορία, λογοτεχνία, πολιτική: Δεν είναι τυχαίο που όλες οι συζητήσεις  για τη μυθιστορηματική τριλογία του Τσίρκα, τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», περιστράφηκαν γύρω από την ιστορία και την πολιτική                         

Βρετανοί στρατιώτες ελέγχουν Ελληνοκύπριους, στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα. Φωτογραφία ΓΤΠ

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Το λογοτεχνικό έργο διασυνδέεται με το κοινωνικό γίγνεσθαι και ως τέτοιο ενδιαφέρει την κοινωνιολογία, την πολιτική επιστήμη και την ιστορία. Με τον ίδιο τρόπο που η κονωνιολογία προσεγγίζει το λογοτεχνικό έργο ως κοινωνικό φαινόμενο σε μια προσπάθεια να μελετήσει την κοινωνία, τα άτομα, τις ομάδες, τις τάξεις, τις κοινωνικές αλλαγές και γενικά κάθε κοινωνικό φαινόμενο μέσα από αυτό, θα μπορούσε και η ιστορία να θέσει το ίδιο ερώτημα από τη δική της σκοπιά. Υπάρχουν μάλιστα και οι κοινωνιολόγοι που πιστεύουν πως ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να αποτελεί καθρέφτη μιας εποχής, αρκεί να του τεθούν τα σωστά ερωτήματα. Μutatis mutandis το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για την ιστορία. Ανάλογα δηλαδή ερωτήματα που θέτει ο κοινωνιολόγος στα λογοτεχνικά έργα, θα μπορούσε να θέσει και ο ιστορικός ή ακόμη και ο πολιτικός επιστήμονας. Υπάρχει άλλωστε και μια ολόκληρη συζήτηση στις μέρες μας κατά πόσον η αναπαραγωγή από τη λογοτεχνία σημαντικών ιστορικών γεγονότων επηρεάζει και την πρόσληψη των ιστορικών για τα ίδια γεγονότα ή αυτή των πολιτικών επιστημόνων. Χαρακτηριστική είναι για παράδειγμα η συζήτηση που γίνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα για τη λογοτεχνία της Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου. Φυσικά στη λογοτεχνία υπάρχει η επινόηση, ο κόσμος του λογοτέχνη είναι μυθοπλαστικός, είναι δημιουργία με τη συμμετοχή της φαντασίας και κάποια πράγματα μπορεί να λέγονται ποιητική αδεία. Είναι δυνατόν επομένως ένα τέτοιο έργο, εν πολλοίς μυθοπλαστικό, να μελετηθεί στη βάση της ορθολογικής σκέψης και της εμπειρικής επιστήμης;

Κανένα λογοτεχνικό έργο, όσο «επινοημένο» και να είναι, δεν αναπτύσσεται σε ένα ιστορικό κενό. Η όποια επινόηση κινείται μέσα σε ένα κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο. Γι’ αυτό πολλές φορές η ίδια η ιστορική συνείδηση διαμορφώνεται περισσότερο από τη λογοτεχνία παρά από την ιστοριογραφία. Η λογοτεχνία είναι ικανή σε τέτοιες περιπτώσεις να διαμορφώσει ένα ιστορικό αφήγημα, ένα ερμηνευτικό πλαίσιο της ιστορίας. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Ας σταθούμε επιγραμματικά σε κάποια από αυτά. Για τη Μικρασιατική Καταστροφή έχουμε το κλασικό έργο της Διδώς Σωτηρίου «Ματωμένα χώματα». Για την Κατοχή και την Αντίσταση έχουμε το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Το σημαντικό στα έργα αυτά δεν είναι τα επιμέρους γεγονότα που μπορεί να είναι επινοημένα, αλλά η ερμηνεία τους που κινείται στον χώρο της ιστορίας και της πολιτικής. Δεν είναι τυχαίο που όλες οι συζητήσεις  για τη μυθιστορηματική τριλογία του Τσίρκα, τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», περιστράφηκαν γύρω από την ιστορία και την πολιτική και όχι γύρω από τη λογοτεχνική πλευρά του έργου.

Ασφαλώς θα μπορούσε να σταθεί κανείς και σε άλλα χαρακτηριστικά έργα της λογοτεχνίας μας που συμβάλλουν στη δημιουργία ερμηνευτικών σχημάτων της ιστορίας, όπως «Το τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή και το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Ή και σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας

Στην περίπτωση της Κύπρου, για τον αγώνα του 1955-59, έχουμε το μυθιστόρημα του Λόρενς Ντάρελ «Πικρολέμονα», που εκφράζει την αποικιοκρατική πλευρά της βρετανικής πολιτικής και το μυθιστόρημα του Ροδή Ρούφου «Η Χάλκινη Εποχή», που γράφτηκε ως απάντηση στον Ντάρελ και μάλιστα πρωτογράφτηκε για τον σκοπό αυτό στα αγγλικά και εκδόθηκε στο Λονδίνο. Χαρακτηρίστηκε εξάλλου από μερικούς ως «στρατευμένο» ελληνικό μυθιστόρημα. Εντούτοις ακόμη και το μυθιστόρημα του Ροδή Ρούφου επικρίθηκε όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 1960 επειδή δεν απέδιδε το «ηρωικό» κλίμα του αγώνα της ΕΟΚΑ όπως κάποιοι το έβλεπαν τότε. Έτσι, αν και τα δύο μυθιστορήματα είναι αξιόλογα ως λογοτεχνικά έργα, προκάλεσαν αντιδράσεις ως προς τις ιστορικές και τις πολιτικές τους προεκτάσεις και το ιστορικό ερμηνευτικό σχήμα του κυπριακού αγώνα που παρουσιάζουν. Το βιβλίο του Ντάρελ είναι ουσιαστικά μια απολογία της βρετανικής αποικιοκρατίας, κάτι που προκάλεσε κραδασμούς στις σχέσεις του με τους Έλληνες φίλους του και ιδιαίτερα με τον Σεφέρη. Αντίθετα, το μυθιστόρημα του Ρούφου είναι αρκετά ισορροπημένο ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Αυτό που μάλλον ενόχλησε τότε κάποιους «πουριτανικούς κύκλους», ήταν ο αισθησιασμός του και η αστική κοσμοπολίτικη κουλτούρα του κεντρικού του ήρωα, όταν είναι γνωστό πως οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ προέρχονταν ως επί το πλείστον από τα αγροτικά και μικροαστικά στρώματα και δεν είχαν τέτοια χαρακτηριστικά. Επιπλέον, οι Κύπριοι αστοί, με κάποιες εξαιρέσεις, απουσίαζαν από τον αγώνα του 1955-59. Ο χώρος δεν επιτρέπει άλλες αναφορές, όμως θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί τουλάχιστον το μυθιστόρημα του Κώστα Μόντη «Κλειστές Πόρτες», μια δυναμική απάντηση στα «Πικρολέμονα» του Ντάρελ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό, παλιότερο, δημοσιεύεται ανασκευασμένο και με αφορμή τις συζητήσεις που προκάλεσε και η δική μου μυθιστορηματική τριλογία «Νομάδας» και κυρίως το τελευταίο μου μυθιστόρημα «Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου, στο υφαντό του ’21» που εκδόθηκε πρόσφατα στην Αθήνα από τις Εκδόσεις Βακχικόν.

Υ.Γ. Σε διπλωματικκό επίπεδο η επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου στην Κύπρο είναι χωρίς αμφιβολία κάτι το πολύ θετικό και σημαντικό. Ενισχύει τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και αναδεικνύει τη σημασία διαφύλαξης της κρατικής της οντότητας.  Το Βατικανό διατηρεί πάντα τη διεθνή επιρροή του και η επίσκεψη του Πάπα στην Κύπρο δεν θα περάσει απαρατήρητη.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα, ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ’21.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *