Ιστορίες από τα παλιά και η σημερινή βαρβαρότητα: Τα συμφέροντα, οι πόλεμοι, χώρες υπό χρεωκοπία ενέχυρο των ισχυρών

File Photo: Πόντιουμ της Κυπριακής Δημοκρατίας Φωτογραφία ΚΥΠΕ

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η είδηση δεν αφορούσε βασικά τη δικαστική διαδικασία και την αμφισβήτηση μιας διαθήκης, αλλά την απόφαση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, το οποίο το 2004 αποφάσισε να δώσει την περιουσία του στο κόμμα του, το ΑΚΕΛ. Το δικαστήριο έφερε στο φως την υπόθεση και δεν εξετάζεται η ουσία και τα διαδικαστικά. Αυτό που προκάλεσε αίσθηση είναι η απόφασή τους, η πράξη. Αυτό έγινε δύο χρόνια πριν τον θάνατο της γυναίκας, που έκανε τη διαθήκη. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό της «έφυγε» από τη ζωή και ο σύζυγός της. Μια τέτοια απόφαση δείχνει προφανώς αφοσίωση σε ένα κόμμα και μια ιδεολογία. Άλλοι άνθρωποι κληροδοτούν την περιουσία τους στην Εκκλησία. Θα μπορούσαν να αφήσουν την περιουσία σε συγγενείς, σε φτωχές οικογένειες, που θα έπιανε και τόπο ή σε ένα ίδρυμα κοινωνικής προσφοράς, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν μεμονωμένο να δίνουν οι άνθρωποι τις περιουσίες τους στην Εκκλησία, στην κοινότητα, στον δήμο και σε λιγότερες περιπτώσεις στο κόμμα τους. Σήμερα τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Κι αυτό γιατί άλλαξαν οι προσεγγίσεις, έχουν «φθαρεί» οι ιδεολογίες, έχουν απαξιωθεί γενικώς τα κόμματα, οι πολιτικοί, ενώ στον χώρο της Εκκλησίας πλεονάζει η χλιδή στους ιεράρχες και προφανώς δεν χρειάζονται κι άλλη.

Στα παλιά χρόνια, το κόμμα, η ιδεολογία και η θρησκεία έπαιζαν κεντρικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Ήταν και τα δύο πυλώνες που πρόσφεραν στους ανθρώπους διέξοδο, πίστη για έναν διαφορετικό κόσμο. Οι παππούδες μας έχουν βιώσει αυτή την εποχή και είχαν μια διαφορετική προσέγγιση στα της ζωής από ό,τι σήμερα. Εάν ανήκαν στην αριστερά, δεν αποκτούσαν —ακούγοντας το αφήγημα του δικού μου παππού— περιουσία αναμένοντας πότε θα αναρριχηθεί στην εξουσία και να υπάρξει ίση κατανομή του πλούτου. Εκείνοι που είχαν περιουσίες σε κάποιες περιπτώσεις πρόσφεραν στο κόμμα. Όσοι, βέβαια, βίωσαν το «πρώτη φορά “αριστερά”», κατάλαβαν πως ο στόχος των ηγεσιών ήταν να κατανεμηθεί μεταξύ τους ο πλούτος, αφήνοντας στο περίμενε τους πολλούς, που έταξαν διαφορετικά τη ζωή τους. Οι διαχειριστές προσπάθησαν να εξηγήσουν την ιδεολογία στα μέτρα του καπιταλισμού, όχι για να τον «αλώσουν», αλλά για να προσαρμοστούν. Όσοι ανήκαν στη δεξιά κληροδοτούσαν την περιουσία στην Εκκλησία ή σε κανένα σωματείο, προσβλέποντας τα οράματά τους να γίνουν πράξεις.

Αυτά έχουν τελειώσει προ πολλού. Μεμονωμένες είναι πλέον οι περιπτώσεις, όπως οι πιο πάνω, που έχουν περιγραφεί. Κυρίως σε ό,τι αφορά τα κόμματα. Κι αυτό γιατί έπαψαν προ πολλού να είναι μηχανισμοί προώθησης και εφαρμογής πολιτικής και ιδεολογιών. Τα κόμματα, όπου και αυτο-προσδιορίζονται πολιτικά και ιδεολογικά, έχουν πάψει να εκφράζουν ευρύτερα την κοινωνία. Το επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο σκληρός τους πυρήνας μειώνεται, τα ποσοστά «φεύγουν», έχουν χάσει κατά κράτος από τους οπαδούς του καναπέ και των μέσω κοινωνικής δικτύωσης.

Ωστόσο, είναι μύθος ότι οι ιδεολογίες έχουν καταρρεύσει. Αυτό ήταν το αφήγημα, που αναπτύχθηκε μετά την πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, ο οποίος κατέρρευσε κάτω από το βάρος της διαχείρισης της εξουσίας, της έλλειψης δημοκρατίας. Το σύστημα αυτό κατέστησε την κομματική νομενκλατούρα σε προνομιούχα τάξη.

Σε μια περίοδο όπου ακόμη και τους πολέμους τους καθορίζει και η οικονομία, το αφήγημα για το τέλος των ιδεολογιών δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Η απουσία των ιδεολογιών είναι από μόνη της ιδεολογία. Αυτή είναι η προσέγγιση, που παράγει και αναδεικνύει, για παράδειγμα, τον τραμπισμό, τον πουτινισμό. Είναι φαινόμενα που προσφέρονται για έναν αρρωστημένο οπορτουνισμό και ισοπέδωση των πάντων (εσχάτως και κυριολεκτικά). Οι ιδεολογίες, οι ιδέες, τα οράματα θα καταρρεύσουν, θα τελειώσουν, όταν τελειώσει και η ιστορία. Κι αυτό δεν μπορεί προφανώς να γίνει. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να συστηθούν εκ νέου στην κοινωνία πολιτικοί φορείς και εκφραστές πολιτικών και ιδεολογιών. Η ανθρωπότητα καλείται και σήμερα να αντισταθεί στη βαρβαρότητα, η οποία απειλεί το παγκόσμιο. Σε μια περίοδο που ο εφιάλτης του πολέμου επανήλθε καταστροφικός και ισοπεδωτικός, χώρες «εκποιούνται», χρεοκοπούνται, καθίστανται ενέχυρο δανειστών, σαφώς και επιβάλλεται μια επανεκκίνηση. Κι αυτό μπορεί να γίνει με υπερβάσεις και εγκατάλειψη καταγωγικών αγκυλώσεων.

Αφορμή για όλα αυτά μια διαθήκη από μια άλλη εποχή, που προκάλεσε αίσθηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.