Ιταλία: Στο κενό η μπλόφα του μωροφιλόδοξου Ματέο Ρέντσι

Ο Ματέο Ρέντσι. Φωτογραφία Daily Post

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΕΛΗΟΛΑΝΗ

Πόσο θλιβεροί είναι οι ηττημένοι, από τους αντιπάλους τους και από την ιστορία, πρώην πρωθυπουργοί που δεν θέλουν να αποδεχτούν την αποτυχία τους και προσπαθούν με κάθε μέσο να επανέλθουν στο προσκήνιο. Έχουμε και στην Ελλάδα ένα τέτοιο παράδειγμα: έναν ηλικιωμένο πρώην πρωθυπουργό που αγωνιά να επανέλθει στην πολιτική αρένα και καταφεύγει σε ασήμαντη αρθρογραφία, όπου κρίνει ελεύθερα τους πάντες, πρώτα τους σοσιαλιστές πρώην συντρόφους του και πιο πρόσφατα τους δεξιούς πρώην αντιπάλους του.

Όσο θλιβερός και αν είναι, εντούτοις, δεν φτάνει το επίπεδο του Ιταλού πρώην πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι. Ο οποίος Ρέντσι ηττήθηκε οικτρά στις εκλογές του 2018, παραιτήθηκε από ηγέτης του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος και λίγο αργότερα αποφάσισε να διασπαστεί από αυτό και να ιδρύσει ιδιόκτητο κόμμα, με την επωνυμία “Ζωντανή Ιταλία”. Η Ιταλία μπορεί να είναι ζωντανή, αλλά το λιλιπούτειο κόμμα του Ρέντσι είναι ήδη ετοιμοθάνατο, αφού ήδη πριν ξεσπάσει η τωρινή κυβερνητική κρίση οι δημοσκοπήσεις δεν του έδιναν παραπάνω από το 2,5%.

Πού το πάει λοιπόν ο πρώην νεαρός πολυλογάς, που ήδη πριν από τις γιορτές είχε ξεκινήσει να βομβαρδίζει την κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε, στην οποία συμμετείχαν δυο δικοί του υπουργοί κι ένας υφυπουργός; Κάποιοι απέδωσαν αυτή την εκστρατεία στο γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις απέδιδαν μεγάλο ποσοστό αποδοχής στο πρόσωπο του Κόντε, πολύ υψηλότερο από εκείνο των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση του. Άλλοι υπενθύμισαν το γιγαντιαίο “εγώ” του Ρέντσι.

Γεγονός πάντως είναι πως κάθε πρόφαση ήταν καλή ώστε ο Ρέντσι να επιτεθεί στον Κόντε: ήθελε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για το “Recovery fund”, ήθελε να καθορίσει πού θα πάνε τα 209 δισ. που θα εισπράξει η Ιταλία, ήθελε να κάνει ξανά υπουργό την γοητευτική ξανθιά και στενή συνεργάτη του Μαρία Έλενα Μπόσκι, ήθελε να ελέγξει τις μυστικές υπηρεσίες, ήθελε «περισσότερη συλλογικότητα» στη διαχείριση της πανδημίας, ήθελε και πολλά άλλα, που δύσκολα μπορεί κανείς να τα θυμηθεί, καθώς άλλαζαν από τη μια ημέρα στην άλλη!

Απέτυχε η μπλόφα Ρέντσι

Στην αρχή ο πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε έκανε κάποιες παραχωρήσεις, με την ελπίδα να εξασφαλίσει τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού. Γρήγορα όμως έγινε σαφές πως ο Ρέντσι έριχνε συνεχώς καινούργιο “λάδι στη φωτιά”, απειλώντας με κυβερνητική κρίση. Στις αρχές της εβδομάδας, ο Κόντε θέλησε να δοκιμάσει εάν ο Φλωρεντινός μπλοφάρει. Ο Ρέντσι θέλησε να του δείξει πως δεν μπλοφάρει και την Τετάρτη οδήγησε σε παραίτηση τις δυο γυναίκες υπουργούς και τον υφυπουργό του.

Αμέσως μετά, σε συνέντευξη Τύπου, ο πρώην πρωθυπουργός αγόρευσε για περίπου τρεις ώρες, χωρίς να δώσει το μικρόφωνο σε κανέναν άλλον, επαναλαμβάνοντας πως «δεν θέλει να προκαλέσει κυβερνητική κρίση» και πως για αυτό το λόγο θα συνεχίσει να στηρίζει την κυβερνητική πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, καθώς η κυβέρνηση εξασφαλίζει άνετη πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά στη Γερουσία έχει ανάγκη τους 18 γερουσιαστές του Ρέντσι.

Το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορετικές πλειοψηφίες σε Βουλή και Γερουσία οφείλεται στο γεγονός ότι οι παλαιότερες κυβερνήσεις του Μπερλουσκόνι είχαν αποδεχτεί το πάγιο αίτημα του Ουμπέρτο Μπόσι, του τότε ηγέτη της Λέγκας του Βορρά πριν ο Σαλβίνι την μετατρέψει από τοπικιστικό σε ακροδεξιό κόμμα, η εκπροσώπηση στη Γερουσία να γίνεται σε επίπεδο Περιφέρειας, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξέχασαν όμως οι λαμπροί ερασιτέχνες της τότε κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, ότι οι ΗΠΑ είναι ομοσπονδία, ενώ η Ιταλία είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και ιδού το αποτέλεσμα!

Αλλά και σε περίπτωση που ετίθετο θέμα εμπιστοσύνης, η κυβερνητική πλειοψηφία είχε εξασφαλίσει τις ψήφους που θα της έλειπαν, χάρη σε γερουσιαστές που αποχώρησαν από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων. Για αυτό ο Κόντε θέλησε να ξεσκεπάσει την μπλόφα του Ρέντσι και δεν φοβήθηκε την ψήφο εμπιστοσύνης στο Κοινοβούλιο. Τώρα όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά.

Οι φιλοδοξίες ενός αποτυχημένου

Η δεξιά πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος προσπαθεί να κρατήσει το κόμμα του Ρέντσι συνδεδεμένο με τον κυβερνητικό συνασπισμό, εν όψει της ενεχόμενης όσο και επιθυμητής επιστροφής του στο κεντροαριστερό κόμμα. Ο γραμματέας του κόμματος Νικόλα Τζινγκαρέτι παραμένει ψυχρός απέναντι σε τέτοιο ενδεχόμενο. Βγήκε όμως κερδισμένος ο πρώην πρωθυπουργός από τον αναίτιο και ανεξήγητο σαματά που έκανε; Μια δημοσκόπηση που δημοσίευσε η La Stampa στις 13/1/2021, δείχνει ότι το 70% των Ιταλών δεν κατάλαβε και δεν συμφωνεί με την πολιτική του Ρέντσι.

Κυρίως, οι πολίτες φάνηκαν να κατακρίνουν το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που η κρίση ξέφευγε από κάθε έλεγχο και οι Ιταλοί να αναγκάζονταν να πάνε στις κάλπες, εν μέσω πανδημίας και σοβαρότατης οικονομικής κρίσης. Προκαλεί όμως σοβαρά ερωτηματικά το γεγονός ότι οι ασυνάρτητες κραυγές του πρώην πρωθυπουργού προωθούνται επίμονα από την Corriere della Sera και από την La Repubblica, τις ίδιες εφημερίδες που εδώ και χρόνια πιέζουν ώστε να αναλάβει την πρωθυπουργία ο πρώην τραπεζίτης Μάριο Ντράγκι.

Ο Ρέντσι κατά καιρούς είχε αφήσει να διαρρεύσει η επιθυμία του να αντικαταστήσει ως νέος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ τον Νορβηγό Στόλτενμπεργκ, η θητεία του οποίου θα λήξει σύντομα. Μήπως, λοιπόν, ο χρεοκοπημένος πολιτικός θέλει να βγει παταγωδώς από τη σκηνή εξυπηρετώντας τα τραπεζικά συμφέροντα, με τα οποία πάντα είχε ισχυρούς δεσμούς; Αρκεί να υπενθυμίσουμε πως ο τραπεζίτης πατέρας του είναι υπόδικος για σωρεία τραπεζικών αδικημάτων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *