Και συ λαέ βασανισμένε..

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΕΡΔΙΚΗ

Στην εποχή μας, όταν κυριαρχεί η απαξίωση των ιδανικών και των αξιών της Δημοκρατίας και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μοιάζει να ζει μέσα στα σκοτάδια της απόλυτης αδιαφορίας και άγνοιας, χωρίς προσανατολισμό και συλλογικό όραμα, προβάλλει το καθήκον για οδοδείκτες, σηματοδότες πορείας και ελπίδας.

Ειπώθηκε ότι όταν ένας λαός δεν ξέρει πού πάει, καλό θα είναι να ξέρει τουλάχιστον από πού έρχεται. Η μνήμη της θυσίας των ηρώων που έδωσαν τη ζωή τους για να φωτιστεί ο δρόμος του λαού μας, είναι λοιπόν αναγκαία και χρήσιμη.

Έχουν περάσει 47 χρόνια από το προδοτικό πραξικόπημα που οδήγησε στην τουρκική εισβολή και την μεγαλύτερη σύγχρονη καταστροφή που γνώρισε το νησί και ο λαός μας.

Η προδοσία από την ΕΟΚΑ Β και την Χούντα ,επέτρεψε στην Αμερικανική CIA και το ΝΑΤΟ, να εφαρμόσουν  τα διχοτομικά σχέδια τους στη Κύπρο. Η Τουρκία εισέβαλε στη Κύπρο, σκότωσε, βίασε, βασάνισε, εξαφάνισε και έδιωξε από τα σπίτια τους χιλιάδες Κύπριους. Τα εγκλήματα της Τουρκίας συνεχίζονται στη Κύπρο για 47 χρόνια με το εθνικό ξεκαθάρισμα που επέβαλε, μέσω της βίαιης μετακίνησης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τον εποικισμό, την δημογραφική αλλοίωση και την ισλαμοποιηση των κατεχομένων εδαφών και με την εφαρμογή ενός εγκάθετου καθεστώτος  που καταπιέζει τους δημοκρατικούς Τουρκοκύπριους στην κατεχόμενη Κύπρο.

Εσχάτως προχώρησε σε νέες επεκτατικές ενέργειες στην Αμμόχωστο όπου απειλεί με εποικισμό της «κλειστής περιοχής» ενώ παράλληλα εκβιάζει με την κυριαρχική ισότητα και την διχοτόμηση.

Δυστυχώς η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί απαθής τις τουρκικές ενέργειες στη Κύπρο κι την περιοχή μας και δεν καταβάλλει ουσιαστικές προσπάθειες για αντιμετώπιση της τουρκικής βουλιμίας. Είναι πραγματικά λυπηρό να διαπιστώνει κανείς ότι η Κύπρος για τους περισσότερους στο εξωτερικό είναι μια τουριστική χώρα, με ύποπτες οικονομικές συναλλαγές και πολιτικές προσέλκυσης των ξένων καταθετών και επενδυτών, παρα «ένα νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο»(Γ. Ρίτσος) που «ξερνάει αίμα και δάκρυ»(Δ. Σαββόπουλος).

Δεν είναι γι αυτή την Κύπρο που έδωσαν τη ζωή τους οι ήρωες που τιμούμε.

Η Κύπρος της διαφθοράς, της διαπλοκής , της απαξίωσης, της αισχροκέρδειας και του άκρατου πλουτισμού είναι η μεγαλύτερη ύβρις και προσβολή για τη θυσία των τιμωμένων νεκρών μας.

Το πλέον απογοητευτικό είναι να διαπιστώνεται ότι η ηθική και ιδεολογική πτώση της Πολιτείας μας, οδηγεί μεγάλη μερίδα του λαού στη λήθη. Θυμάστε που τραγουδούσαμε τότε, τα επόμενα χρόνια μετα το δίδυμο έγκλημα, «και σύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον φασισμό»;

Λοιπόν, 47 χρόνια από την αρχή του εγκλήματος -που συνεχίζεται μέχρι σήμερα- πρέπει να το ομολογήσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος του λαού μας έχει ξεχάσει το φασισμό. Όχι μόνο έχει ξεχάσει το φασισμό και όσα κακά έφερε (και φέρνει ακόμα) στο κόσμο όλο και στην μικρή μας πατρίδα, αλλά και εμπιστεύεται τους πολιτικούς εκφραστές του. Τους νομιμοποιεί, τους δίνει δημοκρατικά δικαιώματα και τους καταξιώνει πολιτικά.

Αν είχαν στόμα και φωνή αυτές οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες , θα μας ρωτούσαν: Μα γιατί σκοτωθήκαμε ; Για να κυκλοφορούν τιμημένοι και ευυπόληπτοι στην ημικατεχόμενη Κύπρο  και να κυβερνούν τον τόπο, οι ηθικοί και πραγματικοί αυτουργοί του σκοτωμού μας;

Πως είναι δυνατόν ένας λαός που έχει υποστεί την μεγαλύτερη καταστροφή  τα σύγχρονα χρόνια της ιστορίας του -και ακόμα βασανίζεται- από τις πράξεις των ακραίων εθνικιστικών στοιχείων, να επιδεικνύει τέτοια ανοχή έναντι πολιτικών κινημάτων με ακριβώς τις ίδιες ιδέες και ιδανικά; Πως είναι δυνατόν ο λαός ή η πολιτεία, να παραχωρούν αξιώματα και οφίκια σε άτομα που διαπνέονται από τις ίδιες αντιλήψεις με αυτους που οργάνωσαν την ΕΟΚΑ Β , συμμετείχαν στο πραξικόπημα και το μεταπραξικόπημα ή είναι υπεύθυνοι εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου;

Κι όμως είναι δυνατόν. Όταν απουσιάζει η αλήθεια και καλλιεργείται η λήθη, έρχονται οι μέριμνες της καθημερινότητας, οι πιεστικές βιοποριστικές ανάγκες, οι μεγάλες αποτυχίες της δημοκρατικά εκλεγμένης ηγεσίας, να στρώσουν τον δρόμο στους λαϊκιστές της ακροδεξιάς που προβάλλονται ως άμεμπτοι σωτήρες.

Σήμερα προβάλει ως ύψιστο δημοκρατικό μας καθήκον να αντιμετωπίσουμε τους σύγχρονους φασίστες -που μπορεί να μην κρατάνε στα χέρια καλασνίκωφ αλλά μικρόφωνα- και να αγωνιστούμε για μια δημοκρατία που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα οράματα των πολιτών. Να εμπνεύσουμε και πάλιν το λαό, για να μπορέσει να εκτιμήσει το αγαθό της Δημοκρατίας. Να αγωνιστούμε ενάντια στην διαφθορά και τη διαπλοκή και να αναστυλώσουμε τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Από την άλλη οφείλουμε ως δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις να αναζητήσουμε το τρόπο της συνεννόησης και της ομοθυμίας στο μέγα ζήτημα της λύσης του Κυπριακού. Δεν μπορούμε να αφήνουμε ανοικτό το πεδίο στις εθνικιστικές δυνάμεις, αφήνοντας τις να καπηλεύονται την αγάπη του λαού για την πατρίδα του, τον καημό του πρόσφυγα για την επιστροφή και την ανησυχία των νέων γενεών στα θέματα ασφάλειας και λειτουργικότητας μιας πιθανής λύσης του Κυπριακού.

Παράλληλα -και αφού αποδείξουμε στο κάθε πολίτη ότι αξίζει να υπερασπιστεί τη Δημοκρατία- οφείλουμε να κτίσουμε ένα αρραγές δημοκρατικό μέτωπο κατά των νεοφασιστών και των ακροδεξιών κινήσεων. Να δώσουμε μια προοπτική ελπίδας και προόδου για τον τόπο, πέραν από τις κατεστημένες αποτυχημένες πολιτικές συνταγές.

Οι μήνες που ακολουθούν θα είναι κρίσιμοι για αύτη την υπόθεση. Θα επιτευχθεί άραγε-μετά από πολλά χρόνια-  μια δημοκρατική συνεργασία που θα δίνει απαντήσεις στα οράματα, τις ελπίδες και τις ανάγκες του λαού μας;

Οι υπερασπιστές πάντως της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας της Κύπρου το αιματοβαμμένο καλοκαίρι του 1974 δεν χωρίζονταν σε αριστερούς, σοσιαλιστές, κεντρώους και δεξιούς. Όταν ξεκινούν τα άρματα του κακού δεν κάνουν συνήθως τέτοιους λεπτούς διαχωρισμούς.

Από το τάφο των ηρώων ας ανθίζει λουλούδι ελπίδας. Μόνο έτσι θα κάνουμε πράξη το «αιωνία τους μνήμη» που λέμε συνήθως. Αλλιώτικα, δεν θα είμαστε άξιοι να σταθούμε απέναντι τους.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *