Και το μέλλον αόρατον:  Πώς μελετάς για παράδειγμα την Τουρκία αν δεν έχεις ειδικούς που να γνωρίζουν την τουρκική γλώσσα;

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*

Όσες προσπάθειες και να κάνει ο άνθρωπος, ακόμη και με κάποιας μορφής επιστημονικά εργαλεία, οι προβλέψεις για το μέλλον θα είναι πάντα δύσκολες και θα μοιάζουν λίγο σαν τους χρησμούς της Πυθίας. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως δεν υπάρχουν δεδομένα με τα οποία μπορούμε να προβληματιστούμε για το μέλλον. Αυτό κάνουν ουσιαστικά οι διάφοροι αναλυτές, οι διάφορες δεξαμενές σκέψης. Αναλύουν τα δεδομένα που έχουν μπροστά τους και προσπαθούν, αν όχι να προβλέψουν, τουλάχιστον να προβάλουν κάποιες υποθέσεις, κάποιες μεταβλητές για τις μελλοντικές εξελίξεις. Στη βάση αυτών των υποθέσεων, τα άτομα, οι συλλογικότητες, οι εταιρείες, τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί προσπαθούν να οργανώσουν όσο καλύτερα μπορούν το μέλλον. Εντυπωσιάζουν πάντως αυτές οι αναλύσεις έστω και αν κάποιες από αυτές θα διαψευστούν εν μέρει ή και ολικά. Θα υπάρχουν εξάλλου πάντα και αυτές που θα επαληθευτούν είτε εν μέρει είτε και ολικά. Πάντως όλες αυτές οι αναλύσεις ανοίγουν τα μονοπάτια ή και τους δρόμους του μέλλοντος. Κάπως έτσι γεννήθηκε και η επιστήμη της μελλοντολογίας –ένας διεπιστημονικός χώρος που συνδυάζει τα μαθηματικά και την τεχνολογία με την οικονομία και τις κοινωνικές επιστήμες, ακόμη και με τη φιλοσοφία– η οποία μελετά τον κόσμο ως ένα πολύπλοκο σύστημα και που ασφαλώς δεν μπορεί να είναι ακριβής και σαφής στα συμπεράσματά της. Χρησιμοποιεί όμως στις μέρες μας τη βοήθεια μιας σειράς άλλων επιστημών, καθώς και της τεχνολογίας που της επιτρέπουν να αναλύει καλύτερα τις μελλοντικές προκλήσεις με τις οποίες θα βρεθεί αντιμέτωπος ο άνθρωπος. Μας βοηθά ακόμη να προβληματιστούμε και αποκλείει τους μύθους και τα συνωμοσιολογικά σενάρια στην αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Το αδύνατο σημείο όλων αυτών των αναλύσεων έγκειται στο γεγονός ότι η πρόβλεψη βασίζεται, αναγκαστικά, στο επίπεδο γνώσεων που υπάρχουν τη στιγμή που αυτή γίνεται, ενώ αργότερα νέα δεδομένα στον γνωστικό τομέα θα μπορούν να την τροποποιήσουν ή και να την ανατρέψουν παντελώς.

Τούτων λεχθέντων, θα ήταν ενδιαφέρον οι δικοί μας πολιτικοί, σε Ελλάδα και Κύπρο, αντί να αυτοσχεδιάζουν, να προστρέχουν στην επιστημονική γνώση και ανάλυση, στη σκέψη και τους προβληματισμούς που προκύπτουν από αυτή τη διεπιστημονική ανάλυση για ένα καλύτερο σχεδιασμό-προγραμματισμό τόσο της εσωτερικής διακυβέρνησης όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Ελάχιστες είναι οι δεξαμενές σκέψης που διαθέτουμε και πολύ λίγοι είναι οι πολιτικοί που είναι διατεθειμένοι να ακούσουν τους επιστήμονες και τις αναλύσεις τους.

Από την άλλη έχει επισημανθεί επανειλημμένα ότι δεν μελετούμε τους γείτονές μας, Τούρκους, Βαλκάνιους, Άραβες και άλλους, παρά επιφανειακά. Πώς μελετάς για παράδειγμα την Τουρκία αν δεν έχεις ειδικούς που να γνωρίζουν την τουρκική γλώσσα; Ούτε και στα πανεπιστήμια μας υπάρχουν σπουδές για την Τουρκία, την τουρκική κοινωνία, τον τουρκικό πολιτισμό. Θυμούμαι τον ιστορικό Σπύρο Βρυώνη που γνώριζε τόσο την τουρκική αλλά και κάποιες άλλες βαλκανικές γλώσσες. Αλλά όλα αυτά δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζονται προγραμματισμό και σκληρή δουλειά.

Οι σκέψεις που προηγούνται έχουν να κάνουν και με τη θωράκιση που χρειάζονται Ελλάδα και Κύπρος όχι μόνο με αμυντικά συστήματα και εξοπλισμούς αλλά και με αυτά της γνώσης, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Εκατοντάδες Έλληνες επιστήμονες διαπρέπουν στην οικουμένη αλλά αδυνατούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη χώρα που γεννήθηκαν, είτε αυτοί είτε οι γονείς τους.

Την ίδια ώρα η ελληνική εθνική κυριαρχία αμφισβητείται ανοιχτά από την Τουρκία. Και αυτή η αμφισβήτηση είναι ανοιχτά στο τραπέζι και προωθείται και εντός του ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ουάσινγκτον. Μπορεί να ακούονται κάποιες αδύναμες χαλαρές φωνές στη Δύση που να επικαλούνται γενικόλογες αρχές, αλλά οι τουρκικοί σχεδιασμοί και η τουρκική επιθετικότητα ποτέ δεν καταδικάστηκαν απερίφραστα. Και δεν καταδικάζονται γιατί η Τουρκία διαπραγματεύεται με τη Δύση τη θέση της σε ένα σύστημα νέων ισορροπιών στο οποίο θα έχει ισότιμη θέση με χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Εκμεταλλεύεται γι΄αυτό τη σημασία της γεωπολιτικής της θέσης και τον φόβο της Δύσης να μη μετατραπεί σε ένα νέο Ιράν στην περιοχή. Εκμεταλλεύεται την ειδική σχέση της με τη Μόσχα για να εκβιάζει τη Δύση. Πέραν τούτου η Δύση έχει και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στην Τουρκία, η οποία είναι μια αγορά που πληθυσμιακά ξεπέρασε ήδη και την ίδια τη Γερμανία.

Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα ούτε η Δύση μπορεί να χάσει την Τουρκία, ούτε η Τουρκία μπορεί να χάσει τη Δύση. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και όσοι δεν την αντιλαμβάνονται δεν προετοιμάζουν τη χώρα για τα χειρότερα για την ώρα που θα βρεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Διαπραγματεύσεις που ασφαλώς θα εποπτεύονται από τους Αμερικανούς, το ΝΑΤΟ, τη Γερμανία, τη Δύση γενικότερα. Και που είναι πιθανόν να ακολουθήσουν μετά τις ελληνικές και τις τουρκικές εκλογές που μάλλον θα διεξαχθούν την ίδια περίοδο, ενώ θα προηγηθούν οι κυπριακές μερικούς μήνες νωρίτερα. Σίγουρα τότε δεν θα μας σώσει η «σωστή πλευρά» της Ιστορίας.

Υ.Γ. Είναι πια στην τελική φάση της η προεκλογική εκστρατεία για τις κυπριακές προεδρικές εκλογές, με το τοπίο να παραμένει θολό για την επόμενη μέρα. Διότι, αν πάρουμε ως δεδομένο ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα είναι ο επόμενος Πρόεδρος, με ένα ποσοστό γύρω στα 30% στήριξη που φαίνεται να απολαμβάνει στο εκλογικό σώμα, με ποιους θα κυβερνήσει; Με μόνους τους «ενδιάμεσους» θα είναι αδύνατο. Ο ίδιος ως συναγερμικός και προερχόμενος από τη Δεξιά, με δεδομένο ότι το ΑΚΕΛ θα παραμείνει στην αντιπολίτευση, προσβλέπει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με συμμετοχή του ΔΗΣΥ ή σε κάθε περίπτωση με ανθρώπους που να προέρχονται από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς και των «ενδιάμεσων». Καθώς τα κόμματα είναι ξεπερασμένα και απαξιωμένα, άλλα κέντρα εξουσίας θα διαμορφώσουν την επόμενη μέρα το πολιτικό πεδίο, με κυρίαρχο τον ρόλο του κυπριακού μεταπρατικού κατεστημένου. Ο ρόλος του απερχόμενου Προέδρου θα είναι ασφαλώς σημαντικός στη διαμόρφωση αυτού του νέου πολιτικού πεδίου και του συνασπισμού εξουσίας που θα προκύψει. Χωρίς βέβαια να αποκλείεται και ο ξένος παράγοντας που παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα,  ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΄21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

stephanos.constantinides@gmail.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *