Κανένα κράτος δεν εκχωρεί αρμοδιότητές του σε κοινότητες και σε καμιά χώρα οι πλουτοπαραγωγικοί της πόροι δεν διαμοιράζονται ανάμεσα σε κοινότητες

Η φωτογραφία που ανήρτησε το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών. Η Λευκωσία με μιναράεδες και τουρκικές σημαίες. Και πίσω ο κατεχόμενος Πενταδάκτυλος. Φωτογραφία via του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Η πρόταση της Άγκυρας –μέσω Ακιντζί– για κοινή συνδιαχείριση του φυσικού αερίου ήταν αναμενόμενη. Αποτελεί μέρος των τουρκικών σχεδιασμών για την υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κοινότητα αλλά και για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.

Κανονικά έπρεπε να απορριφθεί χωρίς συζήτηση. Το ότι τέθηκε σε συζήτηση ενώπιον των πολιτικών αρχηγών είναι ως να αποδέχεται η Κυπριακή Δημοκρατία δικοινοτική αρμοδιότητα επί του φυσικού αερίου.

  • Κανένα κράτος όμως δεν εκχωρεί αρμοδιότητές του σε κοινότητες και σε καμιά χώρα οι πλουτοπαραγωγικοί της πόροι δεν διαμοιράζονται ανάμεσα σε κοινότητες. Τους διαχειρίζεται το κράτος προς όφελος όλων των πολιτών του. Επί της ουσίας, μέσω του μηχανισμού των δύο κοινοτήτων η Άγκυρα επιδιώκει να εκμεταλλευτεί το δικό μας φυσικό αέριο για λογαριασμό της, να μας το υποκλέψει και να γίνει κυρίαρχος των ενεργειακών πόρων της περιοχής.

Υπάρχουν βέβαια και οι πρόθυμοι της ελληνικής πλευράς που προτείνουν ως πανάκεια την έναρξη νέων συνομιλιών για το Κυπριακό. Πώς νοούνται, όμως, συνομιλίες την ίδια ώρα που η Τουρκία παραβιάζει την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη θάλασσα, στην ξηρά και στον εναέριό της χώρο;

Συνομιλίες κάτω από την τουρκική απειλή, με τα τουρκικά γεωτρύπανα στην κυπριακή ΑΟΖ; Ακούστηκε ακόμη και η πρόταση του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ να εκχωρήσουμε τον έλεγχο του Ταμείου Υδρογονανθράκων στα Ηνωμένα Έθνη. Ασφαλώς πρόκειται για εκχώρηση αρμοδιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας κάτω από τις τουρκικές απειλές.

  • Κανένα κράτος όμως δεν εκχωρεί την κυριαρχία του, ακόμη και σε έναν διεθνή οργανισμό, χωρίς συνέπειες για την ίδια την ύπαρξή του.

Η κυπριακή πλευρά δεν είναι δυνατόν να ενεργεί κάτω από τις απειλές και τα φοβικά σύνδρομα. Χρειάζεται μια κάποια έστω και στοιχειώδης στρατηγική αντίληψη που να καθοδηγεί τις ενέργειές της απέναντι στην Τουρκία. Και χρειάζεται το σύνολο αυτών των ενεργειών να είναι ενταγμένες σε αυτή τη στρατηγική αντίληψη.

Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, την ίδια ώρα που ζητούμε κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρούμε σε ΜΟΕ όπως αυτό της κινητής τηλεφωνίας που αναγνωρίζει μιας μορφής ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία.

Ούτε και είναι δυνατόν με τα ΜΟΕ να γίνεται η Κυπριακή Δημοκρατία οικονομικός αιμοδότης των κατεχομένων, διευκολύνοντας έτσι την κατοχική Τουρκία και υποσκάπτοντας την οικονομία των ελευθέρων περιοχών.

Την ίδια ώρα εναποθέσαμε όλες τις ελπίδες μας στους Αμερικανούς και ακολουθούμε τα μετέωρα βήματά τους ενάντια στη Μόσχα. Χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει τη διασφάλιση των δικών μας συμφερόντων από μέρους τους. Διότι οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν να ερωτοτροπούν με την Τουρκία έστω και αν της επιβληθούν κάποιες κυρώσεις.

Είναι φυσικό να υπάρχει μια δυσανασχέτηση απέναντι στη Μόσχα λόγω της εμβάθυνσης της στρατηγικής της σχέσης με την Τουρκία. Αυτός όμως δεν είναι λόγος να αποξενωθούμε από τη Ρωσία. Χωρίς τη ρωσική στήριξη στο Συμβούλιο Ασφαλείας θα υποστούμε σοβαρές συνέπειες και θα μας επιβληθούν πράγματα από τα οποία μόνο το ρωσικό βέτο μας διέσωσε στο παρελθόν απέναντι στον κατά κανόνα εχθρικό για τα συμφέροντά μας αγγλοαμερικανικό παράγοντα.

  • Η Τουρκία όμως κράτησε πάντα ισορροπημένες σχέσεις με τη Μόσχα, ακόμη και σε στιγμές που παρείχε σθεναρή στήριξη στην Κύπρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας ενάντια στις δικές της θέσεις. Εμείς αντίθετα δεν καταλαβαίνουμε την ανάγκη σε μια δύσκολη στιγμή να προσπαθήσουμε, όσο μπορούμε, να διατηρήσουμε καλές σχέσεις με τη Ρωσία.

Δεν έχουμε  κανένα συμφέρον να ακολουθούμε τα μετέωρα βήματα των Αμερικανών ενάντια στη Μόσχα. Θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά! Θα μπορούσαμε ακόμη να προβληματιστούμε από τη στάση του Ισραήλ απέναντι στη Μόσχα, του πιο στενού συμμάχου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Παρά τη ρωσική στήριξη στο Ιράν και τη Συρία, το Ισραήλ διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα, διατηρεί τις καλύτερες δυνατές σχέσεις. Αυτή είναι η σωστή και ευέλικτη πολιτική των κρατών για την εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων, πολυδιάστατη και πραγματιστική. Αυτοί που βάζουν όλα τα αβγά τους σ’ ένα καλάθι, χάνουν κάποια στιγμή και τα αβγά και το καλάθι!

Κανείς δεν λέει να μην επιδιώξουμε την αμερικάνικη στήριξη. Να το κάνουμε όμως με επίγνωση πως οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν και στο μέλλον να διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τουρκία και δεν θα την παραδώσουν στη ρωσική επιρροή. Ούτε και η ίδια η Τουρκία θα απομακρυνθεί από τη Δύση, όπως πολλοί το φαντασιώνονται. Η Ρωσία δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει τη Δύση ως οικονομικός και στρατηγικός εταίρος της Άγκυρας και ούτε το επιδιώκει.

Χωρίς τη Δύση η οικονομία της θα τιναχτεί στον αέρα. Και οι τουρκικές ελίτ, κοσμικές και ισλαμικές έχουν επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Σε κάθε περίπτωση τα μηνύματα για την Τουρκία από την Ουάσινγκτον θα εξακολουθήσουν, τουλάχιστον για την ώρα, να είναι συγκεχυμένα. Αυτό πρέπει να έχουν υπόψη τους όσοι εκπέμπουν αντιρωσικό μένος και έναν άκρατο φιλοαμερικανισμό. Να μη χαθεί το μέτρο είναι το ζητούμενο στις σχέσεις και με τις δύο υπερδυνάμεις.

  • Χρειαζόμαστε μια τεκμηριωμένη, δομημένη πολιτική για να ανατρέψουμε τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη στενή συνεργασία της Αθήνας.

Μια συνεργασία που να είναι διπλωματική και αμυντική-αποτρεπτική. Η Ελλάδα έχει υποχρεώσεις απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, ακόμη και συμβατικές ως εγγυήτρια δύναμη και πρέπει να τις ασκήσει. Η Ελλάδα έχει συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και πρέπει να τα διεκδικήσει. Δεν αρκούν μόνο οι διακηρύξεις. Χρειάζονται στοχευμένες ενέργειες.

Η Τουρκία δεν είναι άτρωτη. Εκμεταλλεύεται απλώς τις δικές μας αδυναμίες και την έλλειψη στρατηγικής από μέρους μας. Διότι είμαστε ουραγοί των εξελίξεων και χαμένοι στους ευσεβοποθισμούς και τα φοβικά μας σύνδρομα. Διότι καταναλωνόμαστε περισσότερο σε μια μικροπολιτική για εσωτερική κατανάλωση παρά σε μια μακρόπνοη δομημένη πειστική πολιτική που να απευθύνεται στη διεθνή κοινότητα.

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά – ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

 

stephanos.constantinides@gmail.com

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *