Κανένας Πρόεδρος στην Κύπρο, όποιος και να είναι, δεν θα αποτολμήσει να θέσει σε δημοψήφισμα μια λύση που ο λαός είναι σχεδόν βέβαιον ότι θα απορρίψει

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*

Το Κυπριακό επανήλθε στην επικαιρότητα των πολιτικών αρθρογράφων της ελληνικής πρωτεύουσας, ακόμη και κάποιων πολιτικών και άλλων που εκφράζουν τις αθηναϊκές ελίτ και το ελλαδικό κατεστημένο. Οι πρόσφατες προκλητικές νεοοθωμανικές ενέργειες του Ερντογάν στην Αμμόχωστο και όχι μόνο, ο φόβος ότι οι ενέργειες αυτές μπορεί να προκαλέσουν μια γενικότερη ανάφλεξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε μια στιγμή που ο Μητσοτάκης θέλει να περιορίσει τις προσπάθειες του στο Αιγαίο, είναι μια εξήγηση του ξαφνικού αυτού ενδιαφέροντος για το Κυπριακό. Όλοι αυτοί που ξαφνικά ανησυχούν για το Κυπριακό εκφέρουν ένα λόγο αντιφατικό που για μια ακόμη φορά επιρρίπτει ευθύνες στους Κυπρίους ότι δεν αποδέχτηκαν το σχέδιο Ανάν το 2004 ή αυτά που πρότειναν οι Τούρκοι στο Κραν Μοντανά το 2017. Και φυσικά πάνε ακόμη και πιο πίσω και επαναλαμβάνουν το γνωστό τροπάρι των «χαμένων ευκαιριών». Σε όλα αυτά έχουν και τη συνδρομή  των οπαδών της όποιας λύσης στη Λευκωσία.  Παραβλέπουν βεβαίως ότι οι «χαμένες τους ευκαιρίες» θα είχαν ήδη οδηγήσει στην τουρκοποίηση της Κύπρου υπό την υψηλή προστασία  Βρετανών, Αμερικανών και ΝΑΤΟ. Παραβλέπουν  επίσης ότι η εγκατάλειψη της Κύπρου από την Αθήνα θα οδηγήσει στον έλεγχο  της Ανατολικής Μεσογείου από την Τουρκία, κάτι που θα αποβεί καταστροφικό για τα ελληνικά συμφέροντα. Διότι η άμυνα του ελληνισμού ξεκινά από την Κύπρο και δεν περιορίζεται στο Αιγαίο.

Όπως υπενθυμίζει ένας μετριοπαθής Κύπριος Πανεπιστημιακός και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «το κυπριακό ζήτημα, {είναι} αίτημα ελευθερίας μιας νήσου με πανάρχαιο ελληνικό πολιτισμό, που κατόρθωνε να ενσωματώνει τους ξένους κατακτητές στην τοπική γλωσσική πραγματικότητα και να επιβιώνει μέσα στον χρόνο ως το ανατολικότερο μέτωπο του ελληνικού κόσμου». Από την εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια, γράφει, όταν οι Κύπριοι ζήτησαν να περιληφθούν στο ελληνικό κράτος, αυτό υπήρξε το Κυπριακό  έκτοτε, «αίτημα ελευθερίας και αυτοδιαθέσεως που διατρέχει τον δέκατο ένατο, τον εικοστό και εξακολουθεί να παραμένει εκκρεμές και κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα». Αναγνωρίζει βεβαίως ότι από «από ανεπαρκή κατανόηση των διαστάσεων του κυπριακού ζητήματος και από κακούς χειρισμούς … οδηγήθηκε στην τραγωδία του 1974, στην τουρκική εισβολή και την κατοχή της βόρειας Κύπρου από την Τουρκία». Ο  Κιτρομηλίδης  καταλήγει ότι «η προοπτική των δύο κρατών ή μιας ομοσπονδίας με δύο συνιστώσες πολιτείες, φορείς ίσων κυριαρχικών δικαιωμάτων, κάθε άλλο παρά εγγυάται ρεαλιστική λύση του Κυπριακού. Απεναντίας ανοίγει τον δρόμο, όχι μόνο για τον «εκφινλανδισμό» –για να θυμηθούμε έναν όρο της εποχής του Ψυχρού Πολέμου– του ελληνοκυπριακού κράτους υπό τη βαριά σκιά της Τουρκίας, η οποία διά του τουρκοκυπριακού κράτους, το οποίο ως διάδοχο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας θα μετέχει πιθανότατα και στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, θα μπορεί περαιτέρω να εκβιάζει με κάθε δυνατό τρόπο και την ίδια την ενωμένη Ευρώπη, με πρώτο αποδέκτη των εκβιασμών, βεβαίως, την Ελληνική Δημοκρατία». Απαντά ουσιαστικά σε όλους αυτούς που είναι έτοιμοι να δεχτούν μια λύση που όχι μόνο θα είναι επικίνδυνη για την επιβίωση του ελληνισμού στην Κύπρο αλλά θα οδηγήσει σε μελλοντικές περιπέτειες και την ίδια την Ελλάδα. (Η Καθημερινή, 3 Αυγούστου 2021).

Μέρες που είναι με την επέτειο του δεύτερου Αττίλα, τον Αύγουστο του 1974, η πολιτική περίσκεψη και σύνεση επιβάλλει την ανάγκη να περισώσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, το μόνο σχήμα που εξασφαλίζει την επιβίωση μας. Την επιβίωση Ελλήνων και Τούρκων, διότι και οι Τουρκοκύπριοι απειλούνται με εξάλειψη. Και πρέπει να τους πείσουμε  για την ανάγκη συνεργασίας. Συνεργασίας που θα οδηγεί σε μια ενιαία κοινωνία και ενιαίο γεωγραφικό χώρο. Όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να γίνουν με την τουρκική στρατιωτική παρουσία, ούτε και με την  Τουρκία εγγυήτρια δύναμη και κηδεμόνα μας. Διότι οι στοχεύσεις της Τουρκίας είναι άλλες. Η όποια λύση θα πρέπει να οδηγεί σε ένα κανονικό δημοκρατικό κράτος. Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε κατάματα την πραγματικότητα: Το Κυπριακό δεν είναι μια δικοινοτική διαφορά, είναι θέμα εισβολής και κατοχής. Η υπογραφή μιας λύσης που θα νομιμοποιεί τα κατοχικά δεδομένα και θα  οδηγεί σε διάλυση του διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα είναι η απαρχή νέων δεινών όχι μόνο για τους Κυπρίους αλλά και για την ίδια την Ελλάδα. Αυτό πρέπει να έχουν υπόψη τους όσοι, είτε στην Αθήνα, είτε στη Λευκωσία, ονειρεύονται λύση προδιαγραφών σχεδίου Ανάν.  Που ακόμη και αυτό, όπως προειδοποιούν φωτισμένοι Τουρκοκύπριοι, η Άγκυρα δεν θα το εφάρμοζε ποτέ για να επιστρέψει εδάφη στους Ελληνοκύπριους.

Υπάρχει στους κύκλους αυτούς που ξαναθυμήθηκαν το Κυπριακό ένα έντονο συναίσθημα ότι ο σημερινός Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Νίκος Αναστασιάδης, στον οποίο στοιχημάτισαν, λόγω ανανικού παρελθόντος, ότι θα ήταν ο άνθρωπος της όποιας λύσης,   απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους.  Το συναίσθημα αυτό ενισχύεται και από τους ομόφρονες τους στη Λευκωσία. Δεν είναι τυχαίο που βάζουν στην ίδια μοίρα ως «χαμένες ευκαιρίες» το σχέδιο Ανάν και την αποτυχία στο Κραν Μοντανά για την οποία δεν επιρρίπτουν ευθύνες στην Τουρκία αλλά στον Αναστασιάδη. Οι δε σφοδρότεροι επικριτές σήμερα του Κύπριου Προέδρου είναι οι παλιοί φίλοι, σύμμαχοι και συνεργάτες του. Οι οποίοι επιπλέον του Κυπριακού τον επικρίνουν με σφοδρότητα και για τη διαφθορά. Με τη διαφορά πως όταν συνεργάζονταν μαζί του και προσδοκούσαν από αυτόν λύση του Κυπριακού, δεν έβλεπαν τη διαφθορά, υπαρκτή κατά τα άλλα, και  έκαναν τα στραβά μάτια. Την ανακάλυψαν τώρα για να τον πλήξουν ακόμη περισσότερο.

Όλες αυτές οι κινήσεις έχουν ένα στόχο: τις επόμενες προεδρικές εκλογές στην Κύπρο σε δύο χρόνια. Οι οπαδοί της όποιας λύσης και σε Αθήνα και σε Λευκωσία είναι πεπεισμένοι πως δεν θα υπάρξει λύση στα επόμενα δύο χρόνια προεδρίας Αναστασιάδη. Προετοιμάζουν επομένως το έδαφος με την ελπίδα ότι και με τη συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων στην Κύπρο, αλλά και του Μητσοτάκη στην Αθήνα, θα επιβάλουν τη λύση τους μέσω  ενός νέου Προέδρου που θα εκλέξουν. Θα το πετύχουν; Παρά την πολυδιάσπαση του πολιτικού χώρου που επιδιώκει λύση ενός κανονικού κράτους, πολύ δύσκολα θα επιτύχουν τον στόχο τους. Κανένας Πρόεδρος στην Κύπρο, όποιος και να είναι, δεν θα αποτολμήσει να θέσει σε δημοψήφισμα μια λύση που ο λαός είναι σχεδόν βέβαιον ότι θα απορρίψει. Τα δύο μεγάλα κόμματα άλλωστε -ειδικά το ΑΚΕΛ – έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη πολιτική ήττα, ο μεν ΔΗΣΥ από ιδρύσεως του, το δε ΑΚΕΛ από ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Ο κυπριακός λαός φαίνεται να διατηρεί ακόμη το ένστικτο της αυτοσυντήρησης!

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *