Kάτοπτρα υποκρισίας: Θα έχουμε εκτόνωση των σχέσεων των ΗΠΑ και Τουρκίας, είτε εκλεγεί ο Ερντογάν είτε όχι

ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του Μάριου Ευρυβιάδη

Τον Φεβρουάριο του 2001 ο δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ –πέθανε το 2013, αλλά αν ζούσε σήμερα θα ήταν και αυτός στις φυλακές του Ερντογάν, όπως τον είχε βάλει και η χούντα του Εβρέν)– έγραφε: «Όταν κοιτάζουμε την εικόνα με τους γείτονές μας, μια ερώτηση προκύπτει εκ των πραγμάτων στο μυαλό του καθενός μας: Τα κράτη πιθανό να έχουν προβλήματα με τους μακρινούς και κοντινούς γείτονές τους, ακόμη και με τους συμμάχους τους. Όμως κανένα κράτος δεν έχει τόσες διαμάχες με άλλα κράτη όσο εμείς. Είτε όλα τα κράτη αισθάνονται εχθρότητα έναντι μας (!) ή εμείς κάνουμε κάτι λανθασμένα. Τι πιστεύετε να συμβαίνει, ποιος λειτουργεί σωστά;» (“Does everyone have enmity toward us?”, Turkish Daily News, 8 February, 2001). 

Το 2001 με τον μόνο γείτονα που η Τουρκία διατηρούσε εξαιρετικές διακρατικές σχέσεις ήταν το Ισραήλ –κράτος μη αραβικό/μουσουλμανικό–, ενώ από τους μακρινούς γείτονες ξεχώριζε η πραγματικά προνομιακή σχέση της με την Ουάσινγκτον.

Με το Ισραήλ, και με δικαιολογία το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τις διαδικασίες ειρήνευσης μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων, η Τουρκία επέτρεψε να βγει στην επιφάνεια ο τουρκο-ισραηλινός άξονας που λειτουργούσε υπογείως μεταξύ των δύο κρατών από το 1948. Έτσι, τη δεκαετία του 1990, υπέγραψε σειρά στρατιωτικών και εμπορικών συναλλαγών με το εβραϊκό κράτος και με τις πλάτες του Ισραήλ απειλούσε με πόλεμο τη Συρία για το θέμα των Κούρδων (1998), ενώ και πάλι με τη συνεργασία του Ισραήλ απειλούσε να βομβαρδίσει την Κύπρο για το ζήτημα των πυραύλων S-300.

Στην περίπτωση των ΗΠΑ υπενθυμίζω την πανηγυρική πενθήμερη επίσκεψη του Προέδρου Κλίντον στην Τουρκία. Μίλησε στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, όπου το ακροατήριο κυριολεκτικά παραληρούσε διακόπτοντας τον 11 φορές (!) με τελικό χειροκρότημα επί ποδός! Και γιατί όχι; «Το παρελθόν της Τουρκίας» τους είπε, μεταξύ άλλων, «αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του 20ού αιώνα. Αλλά πιο σημαντικό πιστεύω πως το μέλλον της Τουρκίας θα είναι κρίσιμο για τη διαμόρφωση του 21ου αιώνα». Και συνέχισε λέγοντας πως «στη μεταψυχροπολεμική εποχή η συνεργασία μας έχει γίνει ακόμη πιο σημαντική»! (Όσοι αναρωτιούνται από πού πήραν τα μυαλά του διδύμου Ερντογάν – Νταβούτογλου αέρα, θα πρέπει να μελετήσουν επισταμένα το χρονικό των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και τους Αμερικανούς διαμορφωτές των από το 1944, τουλάχιστον.)

Η κυβέρνηση Κλίντον συναγωνίζονταν αυτή των Ρέηγκαν – Μπους σε φιλοτουρκισμό (και αυτές, όλες τις προηγούμενες) ενώ με την καθοριστική πίεση της κυβέρνησης Κλίντον ολοκληρώθηκε ο αγωγός πετρελαίου Μπακού – Τσεϊχάν με σκεπτικό την πολιτικοστρατιωτική του σημασία και όχι την οικονομική του βιωσιμότητα.

Σήμερα, και με εξαίρεση τη Ρωσία –με την οποία, όμως, δεν συνορεύει όπως με τη Σοβιετική Ένωση–, η Τουρκία βρίσκεται σε συγκρουσιακή σχέση με όλους τους γείτονές της, αλλά και με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μπορεί αυτή η κατάσταση να συνεχιστεί, ειδικά ως προς τις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις;

Αν το παρελθόν είναι οδηγός, η απάντηση είναι πως θα έχουμε εκτόνωση των σχέσεων, είτε εκλεγεί ο Ερντογάν είτε όχι. Θυμίζω την περίπτωση του πολέμου κατά του Ιράκ το 2003. Από 1978 (Δόγμα Κάρτερ, 1980), αλλά κυρίως επί οκταετίας Ρέηγκαν, η Ουάσινγκτον εκπόνησε πολεμικά σχέδια για πιθανούς πολέμους στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και επένδυσε δισεκατομμύρια δολάρια για τον σκοπό αυτό. Οργάνωσε τη Δύναμη Ταχείας Επέμβασης (Rapid Deployment Force) και το συναφές αρχηγείο (US Central Command). Πιο σημαντικό για τους σκοπούς μας, με μια σειρά από απόρρητες συμφωνίες και μυστικές κατανοήσεις, η Αμερική, με τη συνεργασία και αρωγή των Ατλαντικών της συμμάχων, ξόδεψε δισεκατομμύρια δολάρια χτίζοντας βάσεις και υποδομές μετατρέποντας την ανατολική Τουρκία (Κουρδιστάν) σε βάση για την εξόρμηση της RDF σε πολεμικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Επιπρόσθετα έδωσε σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια δεκάδες δισεκατομμύρια στην Τουρκία για την υλοποίηση των σχεδίων της, ενώ (μαζί με το Ισραήλ) άρχισε να βοηθά στην ανάπτυξη της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας. Η Τουρκία, της όχι τυχαίας χούντας του Εβρέν, αναδείχθηκε ο χωροφύλακας των ΗΠΑ στην περιοχή, αντικαθιστώντας το Ιράν του Σάχη της Περσίας που ήταν πλέον εχθρικό. Για όσους γνωρίζουν, η Αμερική υλοποίησε στην Τουρκία το μεγαλεπήβολο στρατηγικό σχέδιο, το Δόγμα Wholstetter για την Τουρκία, που πρώτος απεκάλυψε σε παγκόσμια αποκλειστικότητα ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου στην ομογενειακή εφημερίδα «Πρωινή» στις αρχές του 1983.

Τότε, το 1979, όταν άρχιζαν να υλοποιούνται τα σχέδια αυτά και η Τουρκία βρίσκονταν σε μια από τις συχνές οικονομικές της κρίσεις (και την έσωσαν οι Δυτικοί με δανεικά και αγύριστα), επισκέφθηκε την Τουρκία υψηλόβαθμος πρώην Αμερικανός αξιωματούχος για να αξιολόγηση την κατάσταση. Στο πλαίσιο της επίσκεψης ένας πρώην Τούρκος πρωθυπουργός, πιθανότατα ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, του είπε ευθέως: «Πρέπει να πληρώνεται τους λογαριασμούς μας γιατί μας έχετε ανάγκη»! (“You must pay our bills because you need us.”)

Μετά όλα αυτά το δις, όταν το 2003 χρειάστηκαν οι βάσεις στο τουρκικό Κουρδιστάν για την αμερικανική επίθεση κατά του Ιράκ του Σαντάμ, οι Αμερικάνοι εισέπραξαν την εμφατική άρνηση των Τούρκων για τη χρησιμοποίησή τους. Τότε δημιουργήθηκε μια πρωτοφανής για τα πράγματα κρίση στις σχέσεις των δύο κρατών και καθολική υπήρξε η πεποίθηση πως τα πράγματα δεν μπορούσαν να επανέλθουν στους παλιούς καλούς καιρούς.

Εντούτοις με την προεδρία Ομπάμα όλα αποδόθηκαν σε «μια παρεξήγηση» και «αδυναμία» κατανόησης των Τούρκων από την κυβέρνηση Μπους του νεότερου. Και οι σχέσεις επανήλθαν στα παλιά, με τον Ομπάμα να κάνει την πρώτη του ευρωπαϊκή επίσκεψη στην Τουρκία, να εγκωμιάζει την Άγκυρα ως «μοντέλο» κάθε καιρού, και να αποκαλεί τον Ερντογάν τον «καλύτερο» ξένο ηγέτη φίλο του.

Αργοπορημένα ο Ομπάμα ανακάλυψε και αυτός τη διπροσωπία των Τούρκων και ειδικά του Ερντογάν αναφορικά με τον τεκμηριωμένο πλέον ρόλο της Τουρκίας ως αρωγού των τρομοκρατών και του Ισλαμικού Κράτους των αποκεφαλιστών. Όμως τόσο στην περίπτωση Ομπάμα όσο και σε αυτήν του Τράμπ –που και γι’ αυτό ο Ερντογάν ανήκει στους «καλύτερούς» του φίλους– επικρατεί η αντίληψη πως η παρούσα κακή φάση περιστρέφεται γύρω από την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Ερντογάν και μόνο, και πως αυτή δεν χαρακτηρίζει την πλειονότητα των Τούρκων και πως με την «πάροδο» του ισλαμιστή ηγέτη τα πράγματα θα εισέλθουν σε πιο φυσιολογική και διαχειρίσιμη κατάσταση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *