Κρατικοί λειτουργοί και παρακαταθήκες τους: Η περίπτωση του Τάσου Τζιωνή

Ο πρέσβης Τάσος Τζιωνής με τον πρώην πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο και τον τότε κατοχικό ηγέτη Ταλάτ. Φωτογραφία ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ

Του ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΔΕΜΙΡΗ

Η είδηση, είτε δεν αναφέρθηκε καν, είτε επισημάνθηκε από λίγους ή γράφτηκε «στα ψιλά». Και με δημοσιογραφικά κριτήρια αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Πόσους να  ενδιαφέρει και μάλιστα εν μέσω κρίσης κορωνοϊού, το τέλος της καριέρας ενός κρατικού λειτουργού, έστω και ανώτατου, μετά από 35 χρόνια προσφοράς. Κι όμως, μια αφυπηρέτηση όπως αυτή του γενικού διευθυντή του κυπριακού Υπουργείου Εξωτερικών Τάσου Τζιωνή,  θα άξιζε να μας απασχολήσει  περισσότερο, τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα. Κι αν όχι όλον τον κόσμο, τουλάχιστον αυτούς που παρακολουθούν από κοντά την εξωτερική πολιτική, τις εξελίξεις γύρω από το Κυπριακό και τη συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου.

Νομίζω ένα από τα πιο δίκαια  κριτήρια για την εκτίμηση μιας θητείας ενός κρατικού λειτουργού και μάλιστα ενός διπλωμάτη καριέρας, είναι το τι αφήνει πίσω του, όταν η καριέρα του κλείνει. Αρκετοί, ας μη γελιόμαστε, δεν αφήνουν σχεδόν τίποτα. Μερικοί μάλιστα, λόγω μη ανιχνεύσιμης εγκαίρως ακαταλληλότητας, μάλλον δημιουργούν πρόβλημα. Ορισμένοι, πάλι, λόγω της συστηματικής εκ μέρους τους επιλογής της ήσσονος προσπάθειας, περνάνε 35 χρόνια, ουσιαστικά λάθρα βιώσαντες. Άλλοι πάλι, προσπαθούν  να κάνουν ό,τι τους ζητείται, μεριμνούν για τα στοιχειώδη, κοιτάνε να μη δημιουργήσουν πρόβλημα και θεωρούν ότι αυτό αρκεί, ως εκπλήρωση του καθήκοντός τους, έναντι της χώρας και του λαού που τελικά τους μισθοδοτεί. Και φυσικά πολλοί από αυτούς μπορεί να  αφήνουν πίσω τους ένα καλό όνομα και μια θετική εντύπωση για πράο και ευγενή χαρακτήρα που σε προσωπικό επίπεδο είχε πάντα καλή διάθεση να ακούσει και να βοηθήσει.

Οι περισσότεροι πάντως, ευτυχώς, δεν αρκούνται σε αυτά. Προσπαθούν ευσυνείδητα για το κάτι παραπάνω και στο τέλος μπορούν αξιόπιστα να λένε ότι βοήθησαν στη λύση προβλημάτων, στην καλύτερη προώθηση θέσεων, στη λήψη θετικών διεθνών αποφάσεων.
Είναι βεβαίως λιγότεροι αυτοί που πειστικά μπορούν να ισχυριστούν ότι με τη θητεία τους, ιδίως σε κρίσιμα πόστα, είχαν σημαντική συμβολή στο ξεπέρασμα κρίσεων, στη διαμόρφωση τακτικών κινήσεων, στη βελτίωση της εικόνας της χώρας, στην ουσιαστική αναβάθμιση σχέσεων με τρίτους. Και φυσικά ελάχιστοι είναι όσοι, χάρη σε ένα συνδυασμό θέσης, στην οποία βρέθηκαν, σχέσης που είχαν με πρόσωπα- κλειδιά στη λήψη αποφάσεων και προσωπικότητας που οι ίδιοι διαθέτουν, μπόρεσαν πραγματικά με τις γνώσεις την εμπειρία και τις ευαισθησίες τους, να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σε κομβικές στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές της χώρας τους. Ο Τάσος Τζιωνής είναι σίγουρα ένας από αυτούς.

Τις  επιλογές αυτές που εν πολλοίς καθόρισαν την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας τα τελευταία χρόνια και για τις οποίες διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο  ο Τάσος Τζιωνής, έχουν σχολιάσει ήδη, με διαφορετικό μεταξύ τους τρόπο, πολλοί και θα σχολιάσουν κι άλλοι. Εγώ αυτό στο οποίο κυρίως νομιμοποιούμαι να αναφερθώ είναι κάτι που προσωπικά βίωσα μαζί του και που τοποθετώ επίσης στα σημαντικά που αφήνει πίσω του ως παρακαταθήκη.

Με τον Τάσο Τζιωνή οι καριέρες μας συναντήθηκαν αρκετές φορές. Στη Λευκωσία: σύμβουλοι κι οι δυο μας, εγώ στην πρεσβεία κι αυτός στο υπουργείο. Στη Ρώμη: πρέσβεις κι οι δυο μας. Και τελικά εκείνος στη Λευκωσία, γενικός διευθυντής κι εγώ στην Αθήνα, γενικός γραμματέας. Κι ενδιάμεσα όμως με μένα στις Βρυξέλλες πολλά χρόνια και στην Αθήνα και κείνον στη Λευκωσία πολλά χρόνια και στο Τελ Αβιβ, ποτέ δεν χάσαμε επαφή.

Σε όλα αυτά τα χρόνια και φυσικά κυρίως στις περιόδους που βρεθήκαμε στην ίδια πόλη, η επικοινωνία, η αλληλοενημέρωση, η ανταλλαγή απόψεων, ο συντονισμός ήταν μια καθημερινή πρακτική και για τους δυο μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να μάθει ο ένας κάτι που, έστω και αμυδρά, να μπορούσε να ενδιαφέρει τον άλλον και να μην υπάρξει το ταχύτερο δυνατόν άμεση ενημέρωση. Δεν υπήρχε περίπτωση πριν από χωριστές ή και κοινές συναντήσεις για εθνικά μας θέματα, να μη συμφωνηθεί  μια κοινή γραμμή. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μοιράσουμε ρόλους για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος στις διάφορες επαφές μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη στηρίζει ο ένας κατάλληλα τις θέσεις του άλλου, ακόμα κι όταν ο βαθμός εθνικού ενδιαφέροντος για διάφορα θέματα δεν ήταν όμοιος.

Κι όταν όμως ενίοτε οι εκτιμήσεις της πολιτικής ηγεσίας για την αντιμετώπιση προβλημάτων και οι σχετικές οδηγίες που εκπορεύονταν από αυτές δεν ταυτίζονταν, δεν υπήρχε περίπτωση, με ειλικρίνεια, με καλή πίστη και με επίγνωση των κοινών μας στόχων να μην καταβληθεί κι από τους δυο μας κάθε προσπάθεια, για προσέγγιση απόψεων και για εκμετάλλευση, ακόμα και των διαφορών μας, υπέρ των κοινών μας συμφερόντων.

Με τον Τάσο Τζιωνή δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα συμφωνούσαμε πάντα. Και όντως δεν συμφωνούσαμε πάντα. Δεν είναι μόνο ότι οι εκτιμήσεις και οι αναλύσεις μας μπορεί να διέφεραν. Είναι και ότι η ιεράρχηση προτεραιοτήτων μπορεί να ήταν ανόμοια, η αποτίμηση πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων από μελετώμενες  κινήσεις  αποκλίνουσα και η αίσθηση κινδύνων από προτεινόμενους χειρισμούς διαφορετική. Και τότε όμως δεν υπήρχε περίπτωση να μην υπάρξει μια συνειδητή προσπάθεια να καταλάβει ο ένας τη λογική, τα κίνητρα, τα όρια  του άλλου. Πάντα με την πεποίθηση ότι ο τελικός σκοπός στα μεγάλα εθνικά θέματα είναι κοινός και ότι ο πατριωτισμός δεν είναι κανενός μονοπώλιο.

Για  τον Τάσο Τζιωνή και τη σχέση μας φυσικά θα μπορούσα να πω κι άλλα πολλά. Για το ήθος και την ανθρώπινη ευαισθησία του. Για τον  ατόφιο  χαρακτήρα του. Τη φυσικότητα της συμπεριφοράς του. Για τη διαρκή φιλομάθεια και εμβρίθεια. Και φυσικά για τη βαθιά ελληνική του παιδεία και τον έξοχο χειρισμό της ελληνικής. Γι’ αυτά όμως μπορώ να μιλήσω κι αργότερα αφού, δόξα τω Θεώ, ο Τάσος Τζιωνής θα συνεχίσει να είναι δραστήριος και είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν κι άλλες κατάλληλες αφορμές για  αναφορές σ’ αυτόν και τις δράσεις του.

Αυτό που τώρα προέχει, είναι, ακριβώς, να επισημανθεί, με αφορμή την αφυπηρέτησή του,  ότι αυτού του είδους η συνεργασία Ελλαδιτών και Κυπρίων διπλωματών σε όλο τον κόσμο, όπως ο ίδιος την εφάρμοσε, ιδίως στην τρέχουσα συγκυρία, με τόσα προβλήματα ανοιχτά για τις χώρες μας και για τον ελληνισμό γενικότερα, είναι ένα από τα κλειδιά για τη βελτιστοποίηση των επιδόσεων των δύο Υπουργείων Εξωτερικών. Με τη στάση του και την καθημερινή του πρακτική ο Τάσος Τζιωνής, λειτούργησε  νομίζω και στο θέμα αυτό ως σημείο αναφοράς, αφήνοντας μια σημαντική παρακαταθήκη στο ΚΥΠΕΞ. Ξέρω ότι οι διάδοχοί του και άλλοι συνάδελφοι της γενιάς του στο ΚΥΠΕΞ επίσης ενστερνίζονται τις ίδιες αρχές και  εφαρμόζουν το ίδιο μοντέλο συνεργασίας. Είναι σημαντικό όμως η λογική αυτή, για το καλό των κοινών μας στόχων και με την ευθύνη όλων μας, να περάσει και στις επόμενες γενιές διπλωματών και στα δυο υπουργεία μας. Όχι ως κατά περίπτωση επιλογή, αλλά ως αυτόματο αντανακλαστικό.

* Γενικός Γραμματέας Υπουργείου Εξωτερικών Ελληνικής Δημοκρατίας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.