Κρατούσε σφικτά τις φωτογραφίες των αγαπημένων της: Η Παναγιώτα Σολωμή και η μνήμη ενάντια στη λήθη

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Μαυροφορεμένη, κρατούσε πάντα στα χέρια της μια κορνίζα με δυο φωτογραφίες, του συζύγου της Παύλου και του γιου της, Σολωμή. Ήταν σε όλες τις εκδηλώσεις αγνοουμένων. Ήταν στις αντικατοχικές εκδηλώσεις, στις πορείες των γυναικών, όταν τότε γινόντουσαν. Η Παναγιώτα Σολωμή από την Κώμη Κεπήρ, «έφυγε» πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή. Δεν την έχω γνωρίσει ποτέ. Ήταν, όμως, ως να την ήξερα. Ήταν μια γνώριμη φυσιογνωμία γιατί ήταν πάντα εκεί, παρούσα. Έδινε μάχες για τη μεγάλη υπόθεση των αγνοουμένων. Ήταν μια φιγούρα που στεκόταν καρτερικά, δίπλα στους άλλους συγγενείς αγνοουμένων, ζητώντας να μάθει για τους δικούς της ανθρώπους. Τι απέγιναν, πού βρίσκονταν. Είχε πέραν από τον σύζυγο και τον γιο της, άλλα δεκατέσσερα συγγενικά πρόσωπα, που χάθηκαν τα ίχνη τους το καλοκαίρι εκείνο του 1974. Αυτή η φιγούρα, που την έβλεπε κανείς σιωπηλή να κρατά σφικτά τις φωτογραφίες των αγαπημένων της, εξέφραζε την κυπριακή τραγωδία. Σε δύσκολους καιρούς, που η συλλογική μνήμη έχει ξεθωριάσει, η Παναγιώτα, μαζί με άλλες γυναίκες, άλλους συγγενείς, ήταν εκεί για να θυμίζουν την υπόθεση των αγνοουμένων.

Το 1974 ήταν στο χωριό της Κώμη Κεπήρ μαζί με την οικογένειά της. Εκεί την βρήκε η εισβολή, η προέλαση των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων. Ο σύζυγός της μέχρι πρότινος αγνοούμενος Παύλος Σολωμή, 42 χρόνων τότε και ο γιος της, επίσης μέχρι πρότινος αγνοούμενος, 18 χρονών παιδί, Σολωμής Παύλου, είχαν συλληφθεί από τα κατοχικά στρατεύματα και αγνοούνταν μέχρι το 2018. Τα λείψανά τους εντοπίστηκαν σε ομαδικό τάφο στην κατεχόμενη γη της Καρπασίας, στη Λίμνη Γαλάτειας και ταυτοποιήθηκαν. Πέντε σχεδόν δεκαετίες, κουβαλούσε τον πόνο της αναμονής, τον πόνο που αισθάνεται ο καθένας για τον χαμό δικού του ανθρώπου. Η Παναγιώτα είχε γράψει στο Προσφυγικό Βήμα

–πρέπει να ήταν το 1998– για την τραγικότερη μέρα της ζωής της: «Στις 15 Αυγούστου 1974, γύρω στις 9:30 π.μ., Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν μέσα στο σπίτι μας και μας συνέλαβαν. Οδηγηθήκαμε σ’ ένα κοντινό τουρκικό χωριό, όπου ένας ανώτερος Τούρκος αξιωματικός μάς ανέκρινε. Στα γυναικόπαιδα επετράπη η επιστροφή στα σπίτια τους, ενώ 14 άνδρες κρατήθηκαν για περαιτέρω ανάκριση. Οι αξιωματικοί του στρατού μάς διαβεβαίωσαν ότι οι άνδρες θα αφήνονταν ελεύθεροι σε τρεις μέρες. Κανείς από αυτούς δεν ήταν στρατιώτης… Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι, που έμειναν πίσω για να προστατέψουν την περιουσία τους και ο μικρότερος ήταν ο γιος μου».

Η Παναγιώτα παρέμεινε με την κόρη της, Χριστίνα, τρία χρόνια εγκλωβισμένες στο χωριό τους. Αρνιόταν να εγκαταλείψει τη γη της παρά τις πιέσεις που δεχόταν από τους Αττίλες. Σε μια επίσκεψη του Ραούφ Ντενκτάς στην περιοχή, το 1975, του παρέδωσε επιστολή με την οποία ζητούσε να μάθει τι απέγιναν οι δικοί της. Ο Ντενκτάς πήρε την επιστολή, αλλά τα ερωτήματα της Παναγιώτας έμειναν αναπάντητα. Ο τότε κατοχικός ηγέτης, είχε μια ισοπεδωτική προσέγγιση στο θέμα αυτό. Ήθελε να το «κλείσει» για να μην το βρίσκει μπροστά του. Ήταν, για αυτόν και την κατοχική δύναμη, ένα… ενοχλητικό θέμα. Ήταν το μόνο θέμα που θα μπορούσε να εκθέσει την Τουρκία, καθώς με την κατοχή είχε σχεδόν από την αρχή… εναρμονιστεί η λεγόμενη διεθνής κοινότητα.

Η Παναγιώτα Σολωμή εκδιώχθηκε από τους κατακτητές το 1977 και μαζί με την κόρη της, Χριστίνα, πήγαν στη Λεμεσό, στον προσφυγικό συνοικισμό του Αγίου Αθανασίου. Είχε μπροστά της τον αγώνα για επιβίωση αλλά και τον αγώνα για την εξακρίβωση της τύχης των δικών της ανθρώπων. Ήταν μια εμβληματική φυσιογνωμία, που ταυτίστηκε με το θέμα των αγνοουμένων. Ήταν μια φιγούρα, που «κουβαλούσε» σε όλη της τη ζωή την κυπριακή τραγωδία. Επέμενε μέχρι τέλους. Ήταν στάση ζωής. Άνθρωπος της γης, αγρότισσα, αγάπησε τον τόπο και βρέθηκε πολλές φορές να αναμετράται με τη λήθη και την αδιαφορία. Εκείνη η φιγούρα, σιωπηλή και συνάμα μαχητική, θα παραμείνει στη μνήμη μας κι ας δεν την έχουμε γνωρίσει ποτέ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *