Κρύβονται πίσω από τον «θαυμασμό» για τον Ερντογάν: Το αφήγημα του «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε»

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Είναι κάποιοι στη Λευκωσία και την Αθήνα, που βλέπουν με θαυμασμό τα όσα «επιτυγχάνει» ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. «Ό,τι θέλει κάνει…», ακούγεται να λέγεται από διάφορους και αναφέρονται με αυτό στους στυγνούς εκβιασμούς, που χρησιμοποιεί ο ηγέτης της κατοχικής δύναμης. Το να… θαυμάζει κανείς έναν δικτάτορα, ισλαμοφασίστα, τραμπούκο είναι προβληματικό. Το να… θαυμάζει κανείς τις πρακτικές του Ερντογάν, που αξιοποιεί το εργαλείο της στρατιωτικής ισχύς για να επιβάλλει τις πολιτικές και επεκτατικές του επιδιώξεις, αυτό είναι σύμπτωμα παρακμιακής λογικής. Αυτή η προσέγγιση έχει, στις πλείστες φορές, αφετηρία μία λογική, η οποία στηρίζεται στη θέση πως επειδή είναι ισχυρός, στρατιωτικά και διπλωματικά ο Ερντογάν, είναι μεγάλη δύναμη η κατοχική Τουρκία, «δεν μπορούμε» ως Κύπρος, αλλά και Ελλάδα να κάνουμε οτιδήποτε. Αυτό οδηγεί προφανώς στην πολιτική της προσαρμοστικότητας, της αδράνειας.

Η Τουρκία ασφαλώς και είναι μεγάλη δύναμη. Όμως σε πολλές περιπτώσεις σε ό,τι αφορά τις πολιτικές της έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου, βρίσκει «έδαφος» για να προχωρήσει και να υλοποιήσει τις επιδιώξεις του. Γιατί οι διαχειριστές στην ελληνική πλευρά αντιμετωπίζουν με φόβο τις τουρκικές ενέργειες. Οι πολιτικές της Άγκυρας στηρίζονται σε έναν σχεδιασμό, ο οποίος προχωρά βαθμηδόν και αναλόγως της συμπεριφοράς του αντιπάλου, στην προκειμένη περίπτωση της ελληνικής πλευράς στην Κύπρο.

Είναι βολικό το αφήγημα ότι δεν μπορεί να γίνει οτιδήποτε επειδή ο εχθρός είναι δυνατός, απρόβλεπτος και επικίνδυνος. Είναι βολικό γιατί, κατά την προσέγγιση αυτή, το παιχνίδι θεωρείται «χαμένο» και ως εκ τούτου θα πρέπει να υπάρξει προσαρμογή στα «θέλω» του ισχυρού.

Κάποτε, σε κάποια επαναπροσεγγιστικά εργαστήρια, οι χρηματοδότες των οποίων αποφάνθηκαν πολύ αργότερα ότι ήταν… πεταγμένα λεφτά, λεγόταν πως το θέμα είναι και… ψυχολογικό και πως θα πρέπει να ξεπερασθεί τούτο για να μπορέσει η Κύπρος να προχωρήσει μπροστά! Το μόνο ψυχολογικό είναι το φοβικό. Και το μείζον πρόβλημα στο νησί είναι η συνεχιζόμενη κατοχή από την Τουρκία. Και τούτο δεν λύνεται συμπληρώνοντας παιχνίδια πάζλ.

Είναι καιρός να υπάρξει μία αναθεώρηση πολιτικών. Να εξεταστούν οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής, αλλά και ευρύτερα. Να συνδεθούν αυτά τα νέα δεδομένα με το Κυπριακό, με το περιεχόμενο μίας συμφωνίας. Στόχος να διασφαλίζεται η ασφάλεια (της χώρας και της περιοχής) αλλά και η ενότητα της Κύπρου. Η αποκατάσταση της ενότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί.

Κάποιοι παραπέμπουν στη στρατιωτική ήττα του 1974 και αυτή υποστηρίζουν πως «χάσαμε και πρέπει να πληρώσουμε». Πληρώνουμε από το 1974 και εντεύθεν, τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης κατοχής. Είναι, όμως, προφανές πως καλούμαστε να πληρώσουμε κι άλλα, για να αποφευχθούν «τα χειρότερα». Κι αυτό παραπέμπει στη διαιώνιση της τουρκικής παρουσίας, γνωρίζοντας τι σημαίνει αυτό. Μία μόνιμα αποσταθεροποιητική κατάσταση στην Κύπρο, το Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή. Παρά την ήττα, λοιπόν, του 1974, εάν θέλουμε ένα μέλλον χωρίς τον τουρκικό μπαμπούλα πάνω από το κεφάλι μας, νέες περιπέτειες, θα πρέπει να υπάρξει αλλαγή πλεύσης. Αυτό μπορεί να γίνει εάν συνειδητοποιήσουν όλοι πως το Κυπριακό δεν τελείωσε, δεν είμαστε χαμένοι επειδή απέναντι μας έχουμε μία επικίνδυνη, επιθετική χώρα, έναν εχθρό, που κυριαρχείται από εθνικισμό και μεγαλοϊδεατισμό. Ελλάδα και Κύπρος θα πρέπει να προσδιορίσουν με σαφήνεια τα συμφέροντά τους, να αξιοποιήσουν και εκείνα τρίτων, που συμπίπτουν με τα δικά μας και να επανέλθουν στο πεδίο της διεκδικητικής πολιτικής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.